soimple-skitso

Στην Ελλάδα της εσωτερικής υποτίμησης

mmαπό author page

0 σχόλια Ρεπορτάζ

Τον Μάιο του 2011 -λίγες μόλις ημέρες πριν συλληφθεί και αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την καθαίρεσή του από το αξίωμα του επικεφαλής του ΔΝΤ- ρώτησα τον Στρος-Καν σε ένα από τα αμφιθέατρα του Πανεπιστημίου George Washington αν η επιλογή της εσωτερικής υποτίμησης που ακολουθείται στην Ελλάδα είναι η ενδεδειγμένη.

Η απάντησή του ήταν η εξής:

Εφόσον η απόφαση είναι ότι η χώρα πρέπει να παραμείνει στο ευρώ, τότε δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της από την εσωτερική υποτίμηση. Σίγουρα ο δρόμος για να φτάσουμε στο τέλος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα».

Εκτοτε μεσολάβησαν πολλά, μεταξύ των οποίων τρία μνημόνια η δομή καθενός από τα οποία ήταν βασισμένη πάνω στο δόγμα της εσωτερικής υποτίμησης για μια χώρα που πρέπει και θέλει να διατηρηθεί στην ευρωζώνη και δεν έχει το εργαλείο υποτίμησης του νομίσματός της, όπως θα το είχε αν επέστρεφε στο εθνικό της νόμισμα.

Στο διάστημα αυτό όμως, εκτός από τα «πρέπει» και τα «θέλω» της παραμονής στο ευρώ, άρχισε να αναδύεται στο πίσω μέρος του μυαλού πολλών τόσο στην Ουάσινγκτον όσο και τις Βρυξέλλες το κρισιμότερο ερώτημα όλων περί του αν η Ελλάδα τελικά «μπορεί» να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της και να ανακάμψει μέσα στο κοινό νόμισμα.

Το ερώτημα αυτό συνήθως συνοδεύεται συχνά-πυκνά και με άλλα ερωτήματα που σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις αξιωματούχοι στο ΔΝΤ και την ευρωζώνη εξακολουθούν να θέτουν στους συνομιλητές αλλά και τους εαυτούς τους, όπως το αν το εγχείρημα της εσωτερικής υποτίμησης σε μια κλειδωμένη ισοτιμία μπορεί να λειτουργήσει ή αν πρόκειται για μια ατελέσφορη διαδικασία επιβολής ολοένα και περισσότερων μέτρων λιτότητας σε μια εξουθενωμένη οικονομία και σε μια διαρκώς πιο εξαθλιωμένη κοινωνία που βλέπει το επίπεδο διαβίωσής της να επιστρέφει στο επίπεδο πολλών δεκαετιών πίσω με αντάλλαγμα την παραμονή της σε ένα νόμισμα, για το οποίο ο σημερινός Ελληνας πρωθυπουργός το 2012 είχε πει ότι «δεν είναι φετίχ».

Η πρόσφατη δήλωση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, με την οποία άφηνε να εννοηθεί ότι πιθανότατα για την Ελλάδα η ενδεδειγμένη επιλογή θα ήταν η υποτίμηση της ισοτιμίας της, έχει δύο μορφές ανάγνωσης: η πρώτη είναι ότι ενδεχομένως ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών κλείνει έτσι το μάτι για να ανοίξει μια κερκόπορτα απ’ όπου σχετικά σύντομα θα ξεπηδήσει και πάλι -ίσως ακόμα πιο ορμητικά αυτή τη φορά- το σενάριο επιστροφής της χώρας μας στη δραχμή.

Η αφορμή για να νομιμοποιηθεί μια τέτοια συζήτηση είναι για τους εμπειρότερους εύκολο να υποτεθεί ποια θα είναι, ήτοι ένα αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις εν μέσω της διαδικασίας για την πρώτη αξιολόγηση.

Αδιέξοδο που η πλευρά των πιστωτών, και κυρίως Γερμανία και ΔΝΤ, κάνει ό,τι μπορεί για να επιφέρει, δείχνοντας -όπως το έχουν κάνει πολλές φορές στο παρελθόν- πλήρη αδιαφορία για την ευρύτερη πολιτική αλλά πρωτίστως κοινωνική κατάσταση που διαμορφώνεται στο εσωτερικό της χώρας.

Η πολλαπλώς αποδειχθείσα πρόθεσή τους για να καθυστερήσει η αξιολόγηση και άρα η -πολιτικά και οικονομικά αναγκαία- ελάφρυνση του ελληνικού χρέους όσο και η τάση τους να θέτουν όλο και περισσότερα προαπαιτούμενα στο τραπέζι από μια ήδη ξεζουμισμένη οικονομία και κοινωνία τείνουν να επιβεβαιώσουν τους πιο μύχιους φόβους της κυβέρνησης, η οποία έστω κι αργά αρχίζει να αποκτά την εικόνα, που πριν από μερικούς μήνες δεν είχε, για το πώς παίζεται το παιχνίδι.

Η δεύτερη μορφή -ευρύτερης ανάγνωσης- της δήλωσης Σόιμπλε είναι ότι πιθανόν καλλιεργεί μέσω της Ελλάδας το έδαφος για σειρά συστημικών αλλαγών στην ευρωζώνη, όπως τη δημιουργία ενός ισχυρού και ενός ασθενέστερου -ή αλλιώς υποτιμημένου- ευρώ το οποίο ίσως κάποιοι ήδη να έχουν αρχίσει να κόβουν και να ράβουν στα μέτρα της χώρας μας.

Οι άλλες σκέψεις

Το βέβαιο πάντως είναι ότι κανείς σήμερα δεν έχει πειστεί πως η εσωτερική υποτίμηση ήταν κάτι που μέχρι σήμερα έχει δουλέψει για την Ελλάδα.

Στο εσωτερικό του ΔΝΤ ήδη καταγράφεται μια τάση κατά την οποία ο οργανισμός επιλέγει -και πάλι εκ των υστέρων φυσικά- να κρατήσει διακριτικές αποστάσεις από αυτό το εγχείρημα, χωρίς ωστόσο από την άλλη πλευρά να λέει κανείς -τουλάχιστον όχι ανοιχτά- ότι η χώρα μας πρέπει να φύγει από την ευρωζώνη.

Ωστόσο ο προβληματισμός και ο σκεπτικισμός είναι δύο συστατικά ορατά σε όλες τις συζητήσεις γύρω από τα δύο αλληλένδετα θέματα της εσωτερικής υποτίμησης σε συσχετισμό με την Ελλάδα.

Η αλήθεια είναι ότι στελέχη του Ταμείου πολλά χρόνια πριν -ήδη από τα τέλη του 2010 και τις αρχές του 2011- επιμόνως διέψευδαν με τον τρόπο τους τις υπερ-προσδοκίες εκείνων τόσο στην Ελλάδα όσο και στις Βρυξέλλες -κυρίως από την πλευρά των πολιτικών και των μίντια- ήθελαν να διατηρήσουν την εικόνα ότι η χώρα μας εντός του ευρώ θα ξεπεράσει σχετικά γρήγορα την κρίση.

Και το έκαναν αυτό πολύ σωστά γιατί ήξεραν ότι ο δρόμος της εσωτερικής υποτίμησης -που μεταφράζεται σε μια μακροπρόθεσμη γραμμή χρηματοδότησης ή, με άλλα λόγια, «μνημονίων» για τη χώρα- είναι πολύ μακρύτερος απ’ εκείνον που οι Ευρωπαίοι είχαν αρχικά υπολογίσει σε συνδυασμό με μέτρα επώδυνα που ως επί το πλείστον χτυπούν την καρδιά του βιοτικού επιπέδου ενός λαού, ο οποίος κάθε άλλο παρά προετοιμασμένος ήταν το 2010 -ούτε ακόμα και σήμερα- για δραματικά χαμηλότερη ανταμοιβή της δουλειάς του στον βωμό της μείωσης του εργατικού κόστους και κατ’ επέκταση της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας.

Το γεγονός πως σήμερα, έξι χρόνια μετά, αποδεικνύεται ότι καμία πλευρά, ούτε εκείνη των πιστωτών ούτε όμως κι αυτή της Ελλάδας, δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι ο δρόμος που ακολούθησε η χώρα αυτά τα χρόνια της κρίσης ήταν τελικά ο σωστός και, αντιθέτως, οι αμφιβολίες για το πού τελικά οδηγούμαστε κερδίζουν διαρκώς έδαφος, αυτό από μόνο του είναι ένα απτό δείγμα του ότι βαδίζουμε στο κενό.

Και ότι σε τελική ανάλυση κανείς δεν γνωρίζει αν οι θυσίες όλων των προηγούμενων ετών θα πιάσουν τόπο ή αν εν τέλει βαδίζουμε προς λάθος κατεύθυνση και όταν έρθει η κρίσιμη ώρα του απολογισμού όλοι θα νίπτουν τας χείρας τους καθώς, ως γνωστόν, μετά την απομάκρυνση από το Ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.

Το τελευταίο άλλωστε είναι έργο που το έχουμε δει πολλές φορές να παίζεται τα τελευταία έξι χρόνια.

Αναρτημένο στο efsyn.gr

Αφήστε μια απάντηση