akropoli_5

Η χαμένη ευκαιρία για το ελληνικό χρέος

mmαπό author page

0 σχόλια Ρεπορτάζ

Από τον Νοέμβριο του 2012 μέχρι και σήμερα, η Ελλάδα «κοιμάται και ξυπνάει» με την προσμονή μιας νέας ελάφρυνσης χρέους. Η προηγούμενη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει στην κοινή γνώμη ζωντανή την ελπίδα ότι η οριστική «λύση» στη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους επρόκειτο να επέλθει μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013.

Αφότου όμως αυτές παρήλθαν, η προσμονή μετατέθηκε για αργότερα και συγκεκριμένα μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014. Οι ευρωεκλογές παρήλθαν επίσης και μέχρι λίγο πριν πέσει από την εξουσία η προηγούμενη δικομματική κυβέρνηση καλλιεργούσε την προσδοκία ότι η νέα απομείωση χρέους θα λάμβανε χώρα το αργότερο μέχρι το φθινόπωρο του 2014.

Τα όσα συνέβησαν στα τέλη του 2012 με το για πρώτη φορά δημόσιο μπρα ντε φερ μεταξύ ΔΝΤ και Ευρώπης με σημείο αιχμής τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους ήταν το αποκορύφωμα αλλά όχι ο τερματισμός της κρίσης που εξακολουθεί μέχρι σήμερα -τρία χρόνια μετά- να σοβεί στις σχέσεις τους.

Οσο αυτή η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών των δανειστών μαίνεται, η τότε κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη υποβαθμίζει την πολιτική διάσταση του προβλήματος, σαν να προσποιείται ότι δεν την αφορά.

Ακολουθεί την τακτική τού «δεν ακούω, δεν βλέπω, δεν μιλάω», προσδίδοντας την ίδια στιγμή στην εκάστοτε εκταμίευση δόσης προς την Ελλάδα χαρακτηριστικά «εθνικού οράματος» και συνοδεύοντάς την με μεγαλόστομες υποσχέσεις για δήθεν επιστροφή της ρευστότητας στην ελληνική οικονομία.

Η τότε ελληνική κυβέρνηση αναλώνεται στη βραχυπρόθεσμη επικοινωνιακή διαχείριση με μοναδικό αποδέκτη την κοινή γνώμη στο εσωτερικό της χώρας. Οπως η κυβέρνηση Παπανδρέου στις αρχές του 2010 αφήνει τους Ευρωπαίους να αποφασίσουν για την τύχη της χώρας μας, με το άλλοθι ότι «αυτοί έχουν το πάνω χέρι απέναντι σε μια ευάλωτη διαπραγματευτικά Ελλάδα», έτσι και η τρικομματική κυβέρνηση το 2012 εκχωρεί συνειδητά στους δανειστές μας λευκή επιταγή για την υπόθεση του χρέους, χρησιμοποιώντας ένα αντίστοιχο άλλοθι.

Η τρικομματική κυβέρνηση στην Ελλάδα το 2012 δεν αφήνει καμία αμφιβολία στους Ευρωπαίους ότι θα «καταπιεί αμάσητη» κάθε απόφαση που θα της σερβίρουν ως δήθεν λύση για το χρέος. Ποντάρει στην πρόβλεψη ότι καμία πλευρά -ούτε της Ευρώπης ούτε του ΔΝΤ- δεν τη συμφέρει οι διαπραγματεύσεις να οδηγηθούν σε ολοκληρωτική κατάρρευση με εφιαλτικές συνέπειες για την ευρωζώνη και ότι με τη μία ή την άλλη «λύση», κατάληξη θα υπάρξει.

Το αν αυτή η κατάληξη θα σήμαινε και την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής φόρμουλας χωρίς να συνιστά βιώσιμη λύση για την Ελλάδα και τη μετάθεση στο απώτερο μέλλον του ακανθώδους προβλήματος του χρέους -όπως τελικά και έγινε- είναι κάτι που δεν φάνηκε να την απασχολεί επί της ουσίας.

Σε ρόλο κομπάρσου

Ομως ο ρόλος κομπάρσου που επιφυλάσσει για τον εαυτό της, και κατ’ επέκταση για τη χώρα, στο σκηνικό που έχει διαμορφωθεί στα τέλη του 2012, με την ανοιχτή σύγκρουση ΔΝΤ-Ευρώπης για το ελληνικό χρέος, δεν σημαίνει ότι η στάση της συνεπάγεται την ουδετερότητα από την οποία εμφορείται φαινομενικά.

Η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη παρακολουθεί άλαλη τις διαπραγματεύσεις των δανειστών μας για το χρέος, όμως με την εύγλωττη σιωπή της υποδηλώνει τη σύμπλευσή της με τη βάρκα των Ευρωπαίων -και ειδικότερα της Γερμανίας- και όχι του ΔΝΤ, παρότι η επίσημη θέση του τελευταίου για την ανάγκη ενός γενναίου κουρέματος των ευρωπαϊκών δανείων προς την Ελλάδα θα απέβαινε σίγουρα προς όφελος του εθνικού συμφέροντος.

Το επόμενο πρωί της συμφωνίας της 27ης Νοεμβρίου 2012 για τη νέα ελάφρυνση του ελληνικού χρέους βρίσκει την ελληνική κυβέρνηση και τη συντριπτική πλειονότητα των εκπροσώπων του μιντιακού κατεστημένου στη χώρα μας να πανηγυρίζουν και πάλι.

Ετούτη τη φορά επειδή η Ελλάδα συναινεί στη σχιζοφρενική αντίληψη διαχείρισης του χρέους και στα μέτρα-ασπιρίνες των Ευρωπαίων για την επίτευξη μιας υποτιθέμενης βιωσιμότητάς του.

Η κυβέρνηση δηλώνει ικανοποιημένη παρότι φεύγει από το ιστορικό Eurogroup της 26ης Νοεμβρίου χωρίς να έχει στα χέρια της βιώσιμη λύση για το πρόβλημα του ελληνικού χρέους. Εκείνη η συμφωνία συνιστά έναν νέο μοχλό πίεσης και ενίοτε εκβιασμού των Ευρωπαίων ώστε η ελληνική πλευρά να επιδεικνύει «πειθαρχία», με αντάλλαγμα νέα μέτρα απομείωσης του χρέους στο μέλλον, και ταυτοχρόνως σηματοδοτεί ακόμα μία υπαναχώρηση του ΔΝΤ έναντι της Ευρώπης, με την Κριστίν Λαγκάρντ να τη συνυπογράφει χωρίς καμία «δικλίδα ασφαλείας» που να προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη θα συνεχίσει να προβαίνει σε μέτρα απομείωσης του ελληνικού χρέους.

Η Λαγκάρντ, ως αντίβαρο στην υποχώρηση που κάνει τότε το ΔΝΤ έναντι της Ευρώπης, λαμβάνει μόνο λεκτικές ευρωπαϊκές εγγυήσεις ότι «οι Ευρωπαίοι θα συνεχίσουν να λαμβάνουν επιπλέον μέτρα με στόχο την απομείωση του ελληνικού χρέους».

Εγγυήσεις η αξιοπιστία των οποίων έκτοτε -κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών ετών- τελεί διαρκώς υπό αίρεση. Κατά τη διάρκεια συζήτησής μας στις αρχές του 2013, ο Πολ Τόμσεν παραδέχεται ότι το ΔΝΤ δεν έχει λάβει καμία δέσμευση από τους Ευρωπαίους «για το πότε και το πώς θα ελαφρύνουν ξανά το ελληνικό χρέος. Ξέρουμε όμως ότι θα χρειαστεί και νέα ελάφρυνση».

Το γεγονός ότι τρία χρόνια μετά, ο φόβος νέου εκτροχιασμού του ελληνικού χρέους παραμένει κεντρική προβληματική παράμετρος στη διαχείριση της κρίσης στη χώρα μας επιβεβαιώνει εκ νέου τον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα με τον οποίο οι Ευρωπαίοι τα τελευταία τέσσερα χρόνια χαράσσουν την πολιτική τους στην Ελλάδα, καθώς και τη διαχρονική αμεριμνησία με την οποία οι ελληνικές κυβερνήσεις τη συνυπογράφουν.

Μέχρι και σήμερα οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να αποφύγουν να λάβουν δύσκολες αποφάσεις και να παραδεχτούν ότι υπό τις παρούσες συνθήκες το χρέος και πάλι δεν είναι βιώσιμο, υποστηρίζει ο διευθυντής των Financial Times στις Βρυξέλλες, Πίτερ Σπίγκελ.

Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου ήταν ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2014 η βασική στόχευση της Ευρώπης για τη χώρα μας, σε πλήρη αντίθεση με το σκηνικό αισιοδοξίας για το δήθεν τέλος των μνημονίων και το πολυδιαφημισμένο success story, που οι δύο κυβερνητικοί εταίροι της προηγούμενης συγκυβέρνησης προσπαθούσαν μέχρι και την τελευταία στιγμή με κάθε τρόπο να οικοδομήσουν.

Για τους Ευρωπαίους, η υπογραφή ενός νέου μνημονίου ήταν το ζητούμενο προκειμένου να πάρουν ακόμα μια παράταση χρόνου και να «παγώσουν» εκ νέου το ελληνικό μέτωπο το πολύ για ακόμα μία διετία, με μετάθεση των δύσκολων αποφάσεων για το χρέος στο μέλλον και με την Ελλάδα στο ενδιάμεσο να συνεχίζει να ακροβατεί επί ξυρού ακμής, σε μόνιμα άρρηκτη εξάρτηση από τους δανειστές της.

* Τα παραπάνω είναι μέρος της έρευνας του Θάνου Δημάδη για την ελληνική κρίση που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του με τίτλο «Στον δαίδαλο των μνημονίων: εμπειρίες, ερμηνείες, γεγονότα από τα κέντρα λήψης αποφάσεων».

Αναρτημένο στο efsyn.gr

Αφήστε μια απάντηση