lagarde_6

Η “επαναδιαπραγμάτευση”, οι αλλαγές στο Μνημόνιο και το ΔΝΤ

Τις τελευταίες εβδομάδες, μέχρι και σήμερα ακόμα, είμαστε μάρτυρες ενός “θεατρινισμού” με πρωταγωνιστές, από τη μία μεριά, τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα και από την άλλη τους ίδιους τους δανειστές της χώρας μας. Η μεν ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να δώσει την αίσθηση ότι- αν όχι τώρα, έστω στο σύντομο μέλλον- θα διαπραγματευτεί με την Τρόικα πιο σκληρά και αποτελεσματικά από ό,τι οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι δε δανειστές μας διαρηγνύουν- μετεκλογικά- τα ιμάτια τους ότι με την Ελλάδα συζητούν αλλά δεν διαπραγματεύονται. Ένα αντίστοιχο παιχνίδι με τις λέξεις έκανε πριν μερικές ημέρες και η κ. Λαγκάρντ που απαντώντας σε ερώτηση Έλληνα δημοσιογράφου έκανε λάθος χρησιμοποιώντας την λέξη “διαπραγματεύσεις” με τις ελληνικές αρχές για να την διορθώσει λίγα δευτερόλεπτα αργότερα αντικαθιστώντας την με την λέξη “συζητήσεις”.

Βρίσκω παιδαριώδες αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις το οποίο η κάθε μεριά παίζει με τον τρόπο που θεωρεί καλύτερο για τα συμφέροντα και τα κεκτημένα της. Η ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποιεί ακόμα και σήμερα- ίσως όχι με την ίδια οξύτητα- τον όρο διαπραγμάτευση γιατί απευθύνεται στο εσωτερικό ακροατήριο έστω κι αν την  παραπέμπει πλέον στο απώτερο μέλλον. Η κ. Λαγκάρντ του ΔΝΤ δείχνει μετεκλογικά να κρατάει σε λεκτικό επίπεδο μία σκληρή στάση γιατί απευθύνεται κι αυτή ευλόγως στο εσωτερικό του Οργανισμού, προς τις χώρες των αναπτυσσόμενων οικονομίων ιδίως που βάζουν όλο και πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη και επιχειρηματολογούν πλέον ανοιχτά κάνοντας λόγο για μία υπερβολική χρηματοδοτική υπερέκθεση του Ταμείου προς την Ελλάδα “χωρίς αντίκρυσμα” όπως λένε. Οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, προεξέχουσας της Γερμανίας, μαζί με την ΕΚΤ είναι εξίσου λογικό να μην θέλουν να δώσουν την εικόνα ότι ανοίγουν και πάλι το κεφάλαιο του “ελληνικού προγράμματος” λίγους μήνες αφότου οι ίδιοι το συμφώνησαν και το επέβαλαν στην χώρα μας καθώς με τον τρόπο αυτό οι ευρωπαϊκές ηγεσίες είναι σαν να αδειάζουν τους “εαυτούς” τους στα μάτια των εθνικών κοινοβουλίων και των πολιτών τους, αλλά και τις αγορές.

Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι ότι όλοι οι παραπάνω παίχτες – ανεξαρτήτως της υφής της φρασεολογίας που χρησιμοποιούν- συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: ότι τη δεδομένη στιγμή αλλαγές στο ελληνικό πρόγραμμα δεν θα υπάρξουν. Κατά την άποψή μου ο λόγος δεν είναι γιατί πιστεύουν ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν πρέπει να αλλάξει. Αλλά γιατί οι θεσμικοί δανειστές μας σε μία ευρωζώνη που ανοίγουν διαρκώς νέα σοβαρότερα του ελληνικού ζητήματα, δεν έχουν κανέναν λόγο να ανοίξουν ακόμα ένα μέτωπο, αυτό της Ελλάδας.

“Κουκουλώνουν” προς το παρόν τα προβλήματα του ελληνικού προγράμματος μέχρι νεωτέρας, και ειδικότερα μέχρις ότου δουν και πράξεις από την ελληνική πλευρά αλλά αναλόγως και του πώς ο καθένας τους θέλει να παίξει ένα πολιτικό χαρτί που κρατάει για τον εαυτό του και τα εσωτερικά συμφέροντά του στο πλαίσιο ευρύτερων πολιτικών, οικονομικών, ευρωπαϊκών και διεθνών συσχετισμών.

Αυτό όμως δεν αναιρεί στο ελάχιστο κάτι που είναι πασιφανές ότι θα υπάρξει: οι επιμέρους αλλαγές σε ένα πρόγραμμα το οποίο δεν μπορεί να περπατήσει σε καμία χώρα, όπως η Ελλάδα, με ύφεση κοντά στο 7% και ανεργία που ξεπερνάει το 20%. Γιατί αφενός οι δομικές μεταρρυθμίσεις για να γίνουν θέλουν χρόνο- ακόμα κι αν βαδίσει κανείς με την υπόθεση ότι μερικές αποκρατικοποιήσεις είναι αρκετές για να πάρει μία οικονομία τα πάνω της- και γιατί αφετέρου χρόνο χρειάζεται κάθε δημοσιονομική προσαρμογή ελληνικής κλίμακας για να καταστεί βιώσιμη και διατηρήσιμη για τα πολλά επόμενα χρόνια.
Το θετικό στην όλη ιστορία από τις εκλογές της 6ης Μαίου μέχρι σήμερα είναι ότι από τη μεριά του ΔΝΤ υπάρχει μία σαφέστατη αλλαγή στάσης προς το διαλλακτικότερο απέναντι στον τρόπο με τον οποίον και το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να γίνει η διαχείριση των δημοσιονομικών μεγεθών και των δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Αλλά και μία ουσιαστική κατανόηση- που μέχρι τουλάχιστον τον περασμένο Μάρτη δεν υπήρχε- των συστηματικών προβλημάτων της οικονομίας της χώρας μας συμμεριζόμενο σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη ότι αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη λογική του “πονάει μάτι, κόβω κεφάλι”. Στο ΔΝΤ, ιδιαίτερα ο Π. Τόσμεν που έχει αμεσότερη επαφή με την Ελλάδα- για τον οποίον κάποιοι είχαν φροντίσει σκοπίμως να διασπείρουν την φημολογία ότι δήθεν υπήρχε ρήγμα στις σχέσεις του με την Κ. Λαγκάρντ- συνειδητοποιεί ότι τα μέτρα των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις ή των επιπρόσθετων φοροεπιβαρύνσεων δεν είναι λύση για να λυθούν συστημικές αδυναμίες που η αντιμετώπισή τους χρήζει δομικών μεταρρυθμίσεων σε κράτος, διοίκηση, έλεγχο και δικαιοσύνη.

Η διαλλακτικότερη στάση του ΔΝΤ στο να ακούσει χωρίς τους δογματισμούς που είχε στο παρελθόν, όλου του εύρους των εισηγήσεων που έχει να κάνει η ελληνική πλευρά για επιμέρους αλλαγές στο Μνημόνιο, καταγράφεται τις τελευταίες εβδομάδες όχι μόνο από πληροφορίες αλλά και από τα λεγόμενα του εκπροσώπου τύπου του Ταμείου ενώ το ίδιο διαπιστώνει και ο γνωστός Αμερικανός οικονομολόγος και επί δεκατίες ανώτατο στέλεχος του ΔΝΤ, Ντέσμον Λάχμαν σε πρόσφατη συνέντευξή του που μου παραχώρησε.

Το αρνητικό στην όλη ιστορία είναι ότι η Τρόϊκα δεν αποτελείται μόνο από το ΔΝΤ, αλλά από παίχτες που αποκαλύπτεται στην πάροδο του χρόνου να είναι σκληρότεροι από αυτό. Η ΕΚΤ και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας είναι αυτοί που κρατούν- και όχι το ΔΝΤ- την λύση στο γόρδιο δεσμό του αδιεξόδου στο οποίο έχει οδηγήσει την Ελλάδα ένα αποτυχημένο μείγμα πολιτικής, πέραν των δικών μας ελληνικών αποκαρδιωτικών επιδόσεων σε όσα έπρεπε και μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Και το κλειδί των αποφάσεων, που εκτιμάται ότι αργά ή γρήγορα θα ληφθούν προς την κατεύθυνση του επαναπροσδιορισμού, της επικαιροποίησης και την προσαρμογής στον ρεαλισμό του προγράμματος για την Ελλάδα, το κρατούν αυτοί -δηλαδή οι Ευρωπαίοι εταίροι και η ΕΚΤ- γιατί από αυτούς εξαρτώμαστε ως επί το πλείστον χρηματοδοτικά και όχι από το ΔΝΤ.

Θυμίζω στο σημείο αυτό την τελευταία συνέντευξη που μου παραχώρησε για τον ΣΚΑΪ ο Πόλ Τόμσεν και ο οποίος στην σχετική ερώτηση που του είχα θέσει, δήλωσε ότι “αν η Ελλάδα χρειαστεί επιπλέον λεφτά για τη χρηματοδότησή της, τότε οι σχετικές αποφάσεις θα ληφθούν από τους Ευρωπαίους”. Και η Ελλάδα- ακόμα και στην περίπτωση μίας απλής επιμήκυνσης κατά δύο μόλις έτη- θα χρειαστεί πρόσθετη χρηματοδότηση κατά 25-30 δις ευρώ τουλάχιστον. Και το ΔΝΤ με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, δεν είναι διατεθειμένο να δώσει κι άλλα λεφτά για την χώρα μας. 

Όλο αυτό το σκηνικό οδηγεί αργά ή γρήγορα σε συγκεκριμένα μονοπάτια για την Ελλάδα τα οποία δε θα έχουν να κάνουν μόνο με επιμέρους αλλαγές, που αργά ή γρήγορα εκ των πραγμάτων θα γίνουν επιβαλλόμενες πρωτίστως από την πραγματικότητα και είναι προς το παρόν στο πίσω μέρος του μυαλού των δανειστών μας, αλλά με εξελίξεις που θα δρομολογούν μελλοντικά ενδεχομένως μία νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους ή ακόμα και ένα νέο μνημόνιο για την Ελλάδα, ιδέα την οποία δυστυχώς ορισμένα παράκεντρα εντός κι εκτός συνόρων- συνεπικουρούμενα από τα παπαγαλάκια τους- έχουν αρχίσει να εξυφαίνουν για την χώρα μας. Ίσως, λοιπόν, αποδειχθεί σοφός ο χειρισμός του Υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα, που λέει ότι πρώτα δείγματα γραφής από την χώρα μας και μετά διεκδικήσεις. Γιατί στην Ελλάδα ξεχνάμε κάτι πολύ βασικό: ότι οι αλλαγές στο ελληνικό Μνημόνιο υπαγορεύονται με βάση όχι μόνο τις δικές μας ανάγκες αλλά κυρίως το κατάλληλο πολιτικό timing, το οποίο με τα σημερινά δεδομένα δεν ορίζει η Ελλάδα αλλά οι δανειστές της.

Τουλάχιστον όταν έρθει εκείνη η στιγμή που θα βρεθούμε αντιμέτωποι με επουσιώδεις και ουσιώδεις αλλαγές σε ένα Μνημόνιο που άλλοι έραψαν για εμάς, ας ελπίσουμε ότι θα είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι και παροπλισμένοι έχοντας κάνει ως χώρα όσα παιρνούν από το χέρι μας για να κατοχυρώσουμε με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντά μας εκείνη τη δεδομένη στιγμή.

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του skai.gr

Αφήστε μια απάντηση