Tomsen-Interview--960x590

Thanos Dimadis gives an answer on what the IMF actually wants from our lives

Thanos Dimadis gives an answer on what the IMF actually wants from our lives” Κειμενακι: While the confrontation between IMF and the Greek government rages on, Popaganda.gr contacted Thanos Dimadis, ALPHA TV correspondent in the US, to provide us with information whether there is going to be an assessment and a corresponding debt relief.

Δημοσιεύτηκε στο Popaganda.gr / Συνέντευξη του Θάνου Δημάδη στον Σταύρο Διοσκουρίδη

Την ώρα που η αντιπαράθεση μεταξύ ΔΝΤ και ελληνικής κυβέρνησης φουντώνει απευθυνθήκαμε στον δημοσιογράφο και ανταποκριτή στις ΗΠΑ ώστε να μας διαφωτίσει αν πρόκειται να υπάρξει ποτέ η περίφημη αξιολόγηση και η ελάφρυνση του χρέους. 

Βρίσκεται συνεχώς στο κέντρο των εξελίξεων αφού ζει στις ΗΠΑ όπου εργάζεται ως ανταποκριτής του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA. Tον έχουμε συνδέσει με το ρεπορτάζ του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ένα ρεπορτάζ που για τους λάθους λόγους τρέχει συνέχεια τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Αυτές τις μέρες υπάρχει μια νέα μεγάλη κόντρα μεταξύ ΔΝΤ και ελληνικής κυβέρνησης. Η διαρροή των διαλόγων Τόμσεν, Βελκουλέσκου, και η υπόθεση πως για να δεχτεί η Ελλάδα τις προτάσεις του Ταμείου χρειάζεται ν’ απειληθεί με πιστωτικό γεγονός δημιούργησαν ένα νέο κύκλο αντιπαράθεσης. «Ανοησίες», τα χαρακτήρισε η Κριστίν Λαγκάρντ, «ανόητους» αποκάλεσε όσους συνέτασσαν τα μνημόνια ο Αλέξης Τσίπρας. Που θα καταλήξει όμως όλο αυτό; Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (το «Στο Δαίδαλο των Μνημονίων» βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία) Θάνος Δημάδης μας παρουσιάζει τι δική του εκδοχή στις ερωτήσεις που του έθεσε η Popaganda.

Σε αυτή την περίοδο της διαπραγμάτευσης μεταξύ Ελλάδας και δανειστών, εσύ έχοντας καλύψει το ρεπορτάζ του ΔΝΤ από τις αρχές της ελληνικής κρίσης μέχρι σήμερα, έχεις καταλάβει τι θέλει να πετύχει το ΔΝΤ; Το Ταμείο- ειδικά επί ημερών Στρος Καν- φέρει βαρύτατες ευθύνες για την πολύ κακή αρχή που έγινε στην περίπτωση της ελληνικής «διάσωσης» και τον επιπόλαιο τρόπο που αποφασίστηκε να αναμειχθεί στο ελληνικό πρόβλημα με την πεποίθηση ότι το εγχείρημα της εσωτερικής υποτίμησης εντός της ζώνης του ευρώ θα μπορούσε να κάνει την Ελλάδα να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της και την βιωσιμότητα του χρέους της χωρίς «κούρεμα» και μέτρα για την ελάφρυνσή του. Η Ελλάδα «έσωσε» το Ταμείο βγάζοντάς το από μία περίοδο πολυετούς ανυποληψίας, και όχι το Ταμείο την Ελλάδα.

Δηλαδή; Αυτό δεν το λέω μόνον εγώ, αλλά το έχει ομολογήσει και δημόσια σε συνέντευξη που μου παραχώρησε ενώ ήταν εν ενεργεία μέλος του ΔΣ του ΔΝΤ, ο εκπρόσωπος της Βραζιλίας και άλλων αναπτυσσόμενων οικονομιών κ. Μπατίστα δηλώντας μπροστά στην κάμερα ότι «το ΔΝΤ έσωσε τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες, και όχι την Ελλάδα». Στην διάρκεια των τελευταίων έξι ετών κατέστη εμφανές και ομολογητέο από το ίδιο το ΔΝΤ και τα στελέχη του ότι έκαναν λάθη άλλοτε υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και άλλοτε υποεκτιμώντας τα μέτρα λιτότητας. Τα λάθη όμως αυτά δεν ήταν μόνο οικονομικά αλλά κυρίως πολιτικά και η ρίζα τους εδράζεται στο γεγονός ότι το Ταμείο οδηγήθηκε σε αυτά συρόμενο τις περισσότερες φορές πίσω από την αναποφασιστικότητα, τους δογματισμούς και τις επιφανειακές «λύσεις» των Ευρωπαίων που δεν έλυναν το πρόβλημα αλλά το έθαβαν κάτω από το χαλί.

Σήμερα τι συμβαίνει; Σήμερα έξι χρόνια μετά, η Λαγκάρντ είναι πολιτικά περισσότερο ισχυρή από ποτέ ένεκα και της επανεκλογής της, και ταυτοχρόνως το ΔΝΤ ξέρει ότι χωρίς αυτό η Ευρωζώνη ούτε θέλει ούτε πρακτικά μπορεί να πάρει μόνη της το πολιτικό και οικονομικό ρίσκο της διαχείρισης του ελληνικού προβλήματος. Το Ταμείο λοιπόν θέλει αυτή τη φορά να δρομολογήσει τα πράγματα προς την κατεύθυνση που αυτό κρίνει ότι πρέπει να οδηγηθούν και όχι να συρθεί ακόμα μία φορά πίσω από τις πολιτικές προτεραιότητες της Ευρώπης και της Γερμανίας, όπως έγινε πολλάκις κατά το παρελθόν. Και αυτή η κατεύθυνση δεν θεωρώ ότι είναι κατ’ ανάγκη εις βάρος της Ελλάδας.

Κατά την διάρκεια συνέντευξης του Θάνου Δημάδη με τον Νουριέλ Μπατίστα, μέλος ΔΣ του ΔΝΤ για την Ελλάδα (Ιανουάριος 2014)

Κατά την διάρκεια συνέντευξης του Θάνου Δημάδη με τον Νουριέλ Μπατίστα, μέλος ΔΣ του ΔΝΤ για την Ελλάδα (Ιανουάριος 2014)

Τι εννοείς δηλαδή; Ότι οι θέσεις του Ταμείου ευνοούν την χώρα μας; Φοβάμαι ότι όπως και το 2012 επί Σαμαρά, έτσι και σήμερα επί Τσίπρα η κυβέρνηση μοιάζει κάπως να πυροβολεί τα πόδια της. Τι εννοώ: το 2012 η κυβέρνηση Σαμαρά συντάχθηκε απόλυτα με τους Ευρωπαίους και με κλειστά μάτια τους έλεγε ότι «θα κάνουμε ότι μας πείτε». Απεμπόλησε έτσι ένα ισχυρό επιχείρημα για μία ουσιαστική ελάφρυνση χρέους που και τότε ζητούσε το ΔΝΤ, στον αντίποδα της Ευρώπης και της Γερμανίας που από αρνούνταν την άποψη του Ταμείου που υποστήριζε ότι το χρέος δεν μπορεί να γίνει βιώσιμο χωρίς νέα απομείωση. Τελικά η απομείωση που προσφέρθηκε στην Ελλάδα το 2012 ήρθε πολύ αργά και ήταν πολύ λίγη στον αντίποδα των αδικαιολόγητων πανηγυρισμών της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου. Σήμερα, εν έτει 2016 η κυβέρνηση Τσίπρα συμπεριφέρεται αντιστοίχως με την ίδια στρατηγική. Έχει βάλει στο κάδρο των συστηματικών επιθέσεών της το Ταμείο, απεμπολώντας αντί να χρησιμοποιήσει υπέρ της τα επιχειρήματα που της δίνει το ΔΝΤ.

«Τελικά στο ΔΝΤ προέκυψε ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας, που παρότι και ο τελευταίος υπέγραψε τελικά μνημόνιο, στο Ταμείο δεν θεωρούν ότι προτίθεται να εφαρμόσει στην πραγματικότητα όσα έχει υπογράψει. Γι’ αυτό και οι πληροφορίες μου λένε ότι οι δανειστές και το Ταμείο προεξοφλούν ακόμα μία νέα κρίση του ελληνικού προβλήματος, που δεν θα διστάσουν να την μετουσιώσουν σε ευκαιρία για τους ίδιους για μία νέα οικουμενική κυβέρνηση συνεργασίας τύπου Παπαδήμου την οποία πολύ να δουν στην Ελλάδα. Και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι αυτή δεν θα βρουν τρόπο να την δρομολογήσουν τελικά.»

Και ποια είναι αυτά; Πρώτον ότι το υπάρχον πρόγραμμα του περασμένου Ιουλίου δεν βγαίνει, διότι οι αριθμοί και οι στόχοι του είναι εξωπραγματικοί και για να επιτευχθούν θα πρέπει να στραγγαλιστεί περαιτέρω η ελληνική οικονομία. Και δεύτερον ότι δεν οδηγούμαστε πουθενά αν δεν υπάρξει εκτεταμένη ελάφρυνση χρέους. Αυτά επί της ουσίας λέει το ΔΝΤ. Αν θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα δεν είναι το ΔΝΤ που επιβάλλει τα μέτρα, αλλά είναι το τρίτο μνημόνιο που υπέγραψε η χώρα μας το περασμένο καλοκαίρι που επιβάλλει αυτά τα μέτρα για να πιαστούν οι δημοσιονομικοί στόχοι που προβλέπει. Εμείς λοιπόν, ως ελληνικές αρχές ερχόμαστε και λέμε ότι δεν θέλουμε το ΔΝΤ στα πόδια μας, και πίσω από αυτό κρύβονται δύο λόγοι.

Ποιοι; Αφενός η κυβέρνηση δεν θέλει να ομολογήσει ότι τον Ιούλιο του 2015 υπέγραψε κι αυτή ένα αντιστοίχως με τα δυο προηγούμενα αποτυχημένο μνημόνιο, και αφετέρου – όπως πιθανολογώ- ο κ. Τσίπρας έχει πειστεί από τους Ευρωπαίους και την κ. Μέρκελ ότι η ελάφρυνση χρέους θα γίνει, και άρα θεωρεί ότι πρόκειται για μία αναπόδραστη δέσμευση εκ μέρους τους που θα πρέπει να την υλοποιήσουν ανεξαρτήτως με ή χωρίς ΔΝΤ. Αυτή είναι μία στρατηγική που πολιτικά και ευκαιριακά βολεύει την κυβέρνηση- όπως βόλευε και όλες τις προηγούμενες- στο όνομα της εκδίωξης ενός δαιμονοποιημένου ΔΝΤ, αλλά αμφιβάλλω για κατά πόσον αυτή θα αποδειχθεί μία έξυπνη στρατηγική τόσο γιατί το Ταμείο έχει αποδειχθεί εφτάψυχο τα τελευταία έξι χρόνια και ξέρει να παίρνει πολιτικά το αίμα του πίσω από όσες κυβερνήσεις επιχειρήσουν να το παρακάμψουν, όσο και γιατί οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν είναι δα και άνθρωποι που μπορεί να τους εμπιστευτεί κάποιος με τυφλά μάτια ότι κρατούν τις υποσχέσεις τους. Ελπίζω και πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι που ο κ. Τσίπρας θα το έχει υπ’ όψη του με βάση και την εμπειρία του κατά τις διαπραγματεύσεις του περασμένου καλοκαιριού.

Επειδή, το «ανόητος» είναι η λέξη των ημερών, που πιστεύεις ότι συμπεριφέρεται ανόητα η ελληνική κυβέρνηση και που το Ταμείο;  Δεν θεωρώ ότι κανείς από τους δύο παίχτες είναι ανόητος. Ούτε ο Τσίπρας, ούτε η Λαγκάρντ. Πιστεύω ότι η κάθε πλευρά προσπαθεί να διαφυλάξει τα συμφέροντά της, έτσι όπως αυτή τα εκλαμβάνει ως συμφέροντα. Αυτό που εμάς πρέπει να μας ενδιαφέρει δεν είναι τα συμφέροντα του Ταμείου, αλλά της χώρας μας. Και ειλικρινά μένω έκπληκτος από το πόσους εγχώριους αυτόκλητους υπερασπιστές βρήκε ο Πολ Τόμσεν και το ΔΝΤ στην σκιά της διαρροής των συνομιλιών του με την Βελκουλέσκου. Και καλά η Λαγκάρντ να έχει κάθε λόγο να ζητάει την προστασία της ιδιωτικότητας Τόμσεν και το ΔΝΤ, όμως αυτό που σκιαγραφούν οι συνομιλίες είναι η ουσία: το πώς δηλαδή απροσχημάτιστα δρομολογούνται και στήνονται όλα αυτά τα χρόνια απόπειρες και πράξεις ελέγχου ή πρόκλησης πολιτικών και οικονομικών καταστάσεων με στόχο την χειραγώγηση αποφάσεων, αντιλήψεων κι εν τέλει της Δημοκρατίας μας; Η αποκάλυψη της συνομιλίας Τόμσεν- Βελκουλέσκου δεν ξεμπρόστιασε μόνο τέτοιες τακτικές και στρατηγικές, αλλά κι εκείνους που στο εσωτερικό της χώρας έχουν γίνει τα κατ’ εξοχήν όργανα υπηρέτησης κι εξυπηρέτησής τους. Την κάνουν άραγε αμισθί τόσα χρόνια μία τέτοια βρώμικη δουλειά;

Τι πιστεύουν στο ΔΝΤ, σε γενικές γραμμές, για την ελληνική κυβέρνηση; Τους εμπιστεύονται καθόλου; Το ΔΝΤ έβλεπε πάντα με πολύ καλό μάτι της οικουμενικές κυβερνήσεις συνεργασίας. Εξού και η στήριξη που παρείχε με νύχια και με δόντια στην κυβέρνηση Παπαδήμου το 2012, χρεώνοντας την πτώση της στην επιμονή του Σαμαρά τότε για εκλογές. Και γι’ αυτό επακολούθως ο Σαμαράς πλήρωσε- δύο χρόνια μετά- την δική του πτώση εξαιτίας του Ταμείου που του την είχε φυλαγμένη, τόσο γιατί είχε ρίξει τον Παπαδήμο όσο- ακόμα περισσότερο- επειδή στα μέσα του 2014 ο Σαμαράς επιχείρησε να παρακάμψει το Ταμείο διαλαλώντας τότε δημόσια -κι αυτοεκτιθέμενος προφανώς- ότι ξεμπερδεύουμε με το ΔΝΤ μέχρις ότου να του τραβήξει το αυτί η Λαγκάρντ και μόλις λίγους μήνες μετά η Τρόικα να γράψει το πολιτικό του τέλος αρνούμενη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Τελικά στο ΔΝΤ προέκυψε ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας, που παρότι και ο τελευταίος υπέγραψε τελικά μνημόνιο, στο Ταμείο δεν θεωρούν ότι προτίθεται να εφαρμόσει στην πραγματικότητα όσα έχει υπογράψει. Γι’ αυτό και οι πληροφορίες μου λένε ότι οι δανειστές και το Ταμείο προεξοφλούν ακόμα μία νέα κρίση του ελληνικού προβλήματος, που δεν θα διστάσουν να την μετουσιώσουν σε ευκαιρία για τους ίδιους για μία νέα οικουμενική κυβέρνηση συνεργασίας τύπου Παπαδήμου την οποία πολύ να δουν στην Ελλάδα. Και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι δεν θα βρουν τρόπο να την δρομολογήσουν τελικά. Φερ’ ειπείν ένα πρόσχημα που έχει ήδη αρχίσει να «ψήνεται» είναι η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους που μην εκπλαγούμε αν ζητήσουν διευρυμένη κυβερνητική πλειοψηφία για να την εφαρμόσει.

Ο Θάνος Δημάδης κατά την διάρκεια ερώτησής του προς την Κριστίν Λαγκάρντ στην Ουάσινγκτον

Ο Θάνος Δημάδης κατά την διάρκεια ερώτησής του προς την Κριστίν Λαγκάρντ στην Ουάσινγκτον

Πραγματικά μετά από τόσα χρόνια και με όλα αυτά που έχουν γίνει δεν επιθυμούν στο ΔΝΤ να «τελειώνουν» με την Ελλάδα; Δεν είναι έτσι εύκολο να πει το ΔΝΤ ότι «ΟΚ, ξεκόβω κάθε σχέση μαζί σας Έλληνες. Καλή τύχη.» Από πίσω υπάρχουν χρήματα που πρέπει η Ελλάδα να εξοφλήσει, υπάρχει ένα τραπεζικό σύστημα που πρέπει να συγκρατηθεί, υπάρχει μία γεωστρατηγική παράμετρος που επιτάσσει για την χώρα μας να βρίσκεται σε πολλών ειδών εποπτείες. Επίσης, μην ξεχνάς ότι για την Αμερική η αποχώρηση του ΔΝΤ είναι κόκκινο πανί, και οι Αμερικανοί για τους δικούς τους λόγους θέλουν να έχουν μία στενή παρακολούθηση και μία άμεση εικόνα της κατάστασης στην Ελλάδα αφού ούτε αυτοί εμπιστεύονται τους Ευρωπαίους.

Είμαστε κοντά στο να δούμε φως στο τούνελ; Ή πάμε για μια από τα ίδια; Ήδη από τα μέσα του 2014 στο βιβλίο μου, είχα προγνώσει ότι η Ελλάδα οδηγείται σε ένα νέο γύρο της ίδιας ιδιότυπης διάσωσης που έχουμε ζήσει τα τελευταία χρόνια. Το τρίτο μνημόνιο που υπογράφηκε πέρσι το καλοκαίρι δεν διαφέρει σε τίποτα από τα άλλα δύο, και θα αποτύχει και αυτό όπως και εκείνα αν δεν υπάρξουν αποφάσεις εκ μέρους των Ευρωπαίων που θα σπάσουν τον φαύλο κύκλο του να παίρνουμε δανεικά για να πληρώνουμε τα προηγούμενα όσο στο μεταξύ όλα γύρω μας εντός της χώρας καταρρέουν: κοινωνικό κράτος, εργασιακά δικαιώματα, δημόσιες υπηρεσίες, ιδιωτική επιχειρηματικότητα, ατομική αξιοπρέπεια και συλλογική ευημερία.

Και μετά ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά και την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ και το στραπάτσο των υποσχέσεων που έδινε προεκλογικά, πολύ φοβάμαι ότι δεν μένουν πολλές εναλλακτικές για το άμεσο μέλλον, και οι δύο εξίσου πολύ επώδυνες: ή θα συνεχίσουμε ως χώρα να συρόμαστε για δύο-τρία το πολύ χρόνια ακόμα με το πολιτικό σύστημα να καταρρέει και την απόγνωση της κοινωνίας να γιγαντώνεται μέχρις ότου νομοτελειακά βγούμε από το ευρώ με μία Χρυσή Αυγή ισχυρά ενδυναμωμένη επωφελούμενη των εκρηκτικών και ανεξέλεγκτων συνθηκών που θα επικρατούν στην χώρα ένεκα οικονομικής κρίσης και προσφυγικού, αλληλένδετη με την αντίστοιχη άνοδο ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη. Ή η έξοδος από το ευρώ θα έρθει συντομότερα- ίσως μετά από ένα διάστημα ακόμα μίας γνωστής πολιτικής αναταραχής και αστάθειας στην χώρα- με την ελπίδα ότι μέσα από τα οικονομικά ερείπια που θα έχει αφήσει πίσω της μία τέτοια εξέλιξη να αναδειχθούν εκείνες οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις νέων ανθρώπων που θα βάλουν ταφόπλακα στο γνωστό κατεστημένο που χρεοκόπησε την χώρα και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κάνει παιχνίδι στις πλάτες της.

Δεν είναι όμως κόκκινη γραμμή η έξοδος από το ευρώ; Η εξέλιξη μίας εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θεωρώ ότι έχει πλέον απο-δαιμονοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στην χώρα, παρά τις κραυγές περί δραχμολάγνων που μέχρι σήμερα εγείρουν κάποιοι, οι οποίοι συνήθως είναι ως έναν βαθμό κάποιοι βολεμένοι που αδυνατούν να αντιληφθούν αφενός το πόσο γρήγορα αλλάζει η οικονομική δομή της Ευρώπης και αφετέρου αγνοώντας τις πραγματικές συνθήκες που ζει η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου στην χώρα μας την οποία δεν την ενδιαφέρει τι νόμισμα κουβαλάει στην τσέπη της αλλά αν η χώρα θα έχει και πάλι μία ευκαιρία για προσελκυση επενδύσεων, δημιουργία δουλειών και ασφάλειας για το μέλλον τους. Γιατί τώρα οι Έλληνες δεν νιώθουν να έχουν ασφάλεια για το μέλλον τους γιατί δεν νιώθουν να έχουν μέλλον υπό αυτές τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί. Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία και τους νέους και όχι αν ο κ. Τσίπρας θα κλείσει την αξιολόγηση, αν η Μέρκελ θα δώσει μία πενιχρή ελάφρυνση χρέους, ή αν ο Τόμσεν και η Βελκουλέσκου συγχρονίσει το ρολόι της με την εποχή που ζούμε.

Και η δημοσιογραφία τι ρόλο παίζει σε όλα αυτά;  Τον καθοριστικότερο. Τα μίντια συνετέλεσαν σε μεγαλύτερο- ακόμα και από τους πολιτικούς- βαθμό στην παρακμή της Ελλάδας. Είναι ένας χώρος που είναι εξίσου μολυσμένος με την σήψη, την διαπλοκή και την ανεπάρκεια της σημερινής πολιτικής και εξακολουθεί να παραμείνει ως επί το πλείστον χειραγωγήσιμος χρίζοντας «δημοσιογράφους» και δίνοντας βήμα, λόγο και εξουσία σε πρόσωπα που ή θα έπρεπε να είναι σήμερα φυλακή, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων θα έπρεπε να είχαν αποσυρθεί απολαμβάνοντας τα μαύρα χρήματα από ποικίλα payrolls που απολάμβαναν τόσες δεκαετίες για να μαθαίνουν σήμερα την κοινωνία και ειδικά τη νέα γενιά ανθρώπων στην λογική του «και πάλι καλά που έχεις δουλειά» ή του «και πάλι καλά που παίρνεις κι αυτά τα λίγα».

Επειδή έχουν ακουστεί διάφορα, ποιες είναι οι σχέσεις των Ελλήνων ανταποκριτών στις ΗΠΑ και πόσο επηρεάζεται η δουλειά σας από τις εξελίξεις στην Ελλάδα; Θα τολμήσω να πω ότι οι Έλληνες ανταποκριτές στις ΗΠΑ λειτουργούμε και συμπεριφερόμαστε με τις ίδιες παθογένειες από τις οποίες νοσεί η δημοσιογραφία στην Ελλάδα. Ίντριγκες, θεωρίες συνωμοσίας και αλληλοκαρφώματα δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Δυστυχώς υπάρχουν ακόμα Έλληνες συνάδελφοι και εδώ στις ΗΠΑ όπως και πολλοί στην Αθήνα που θεωρούν ότι η δημοσιογραφία λειτουργεί με κανόνες επετηρίδας, ηλικίας ή ακόμα και διαπιστευτηρίων από τους νεότερους προς τους αρχαιότερους. Σε ότι με αφορά όλα αυτά τα έχω αρνηθεί κατηγορηματικά από την πρώτη στιγμή που ήρθα στην Ουάσινγκτον για σπουδές και όχι μόνο ως ανταποκριτής. Ως αμερικανοτραφής ως προς τις σπουδές μου, οι Αμερικανοί καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο μου δίδαξαν ένα πράγμα που το ακολουθώ σε όλα τα επίπεδα της καριέρας μου: ότι το να είναι κανείς νέος είναι το μεγαλύτερο προσόν. Και το επισημαίνω αυτό δεδομένου ότι είχα την τύχη να δουλεύω σε ένα κανάλι που μου έδωσε την ευκαιρία να υπηρετήσω σε μία καίρια θέση ως προϊστάμενος πολιτικού ρεπορτάζ ενός δελτίου ειδήσεων σε ηλικία μόλις 30 ετών, κατά παράβαση της καθεστηκυίας αντίληψης που κυριαρχεί ελληνική δημοσιογραφία και η οποία, για να καταλήξω στο αρχικό σου ερώτημα, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που λειτουργούν ορισμένοι συνάδελφοι Έλληνες ανταποκριτές στις ΗΠΑ. Παρ’ όλες όμως τις διαφορετικές προσεγγίσεις που συχνά έχουμε στα θέματα που αφορούν το ρεπορτάζ μας, τις μικρότητες προσπαθούμε να τις αφήνουμε κατά μέρος και όταν αυτές εκδηλώνονται, τον καθέναν από εμάς τουλάχιστον να μην τον αγγίζουν.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *