Αντώνης Σαμαράς

Όσα θα ρωτούσα τον Σαμαρά

Από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης το 2010 μέχρι σήμερα είχα την ευκαιρία να καθίσω απέναντι από σειρά προσώπων που πρωταγωνίστησαν στη λήψη των αποφάσεων για την Ελλάδα, τόσο στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ουάσινγκτον, όσο και τα ευρωπαϊκά όργανα στις Βρυξέλλες. Με αφορμή τη δραματικής χροιάς χθεσινή συνέντευξη του Πρωθυπουργού στο «ασφαλές καταφύγιο» της δημόσιας και ελεγχόμενης, δήθεν νέας, Ραδιοτηλεόρασης, βεβαιώθηκα για τους λόγους που ποτέ ο Σαμαράς δεν θα μου παραχωρούσε μία συνέντευξη με τα ερωτήματα που πιστεύω ότι θα έπρεπε να του θέσω.

Μερικά από αυτά είναι τα παρακάτω:

1
– Κύριε Πρωθυπουργέ, το 2012 πήρατε τη λαϊκή εντολή να επαναδιαπραγματευτείτε το Μνημόνιο, όπως προεκλογικά είχατε υποσχεθεί. Και παρά το γεγονός ότι η κυβέρνησή σας είχε τότε την εκλογική δυναμική ενός νεοσχηματισθέντος τρικομματικού συνασπισμού πολιτικών δυνάμεων, αντ’ αυτού εσείς μεταθέσατε την υπόσχεσή σας για επαναδιαπραγμάτευση σε βάθος χρόνου με το αιτιολογικό ότι «προέχει η ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας». Σήμερα όμως, δύο και πλέον χρόνια μετά, η ίδια πολιτική σφοδρών φοροεπιδρομών και σκληρών πολιτικών λιτότητας παραμένει αναλλοίωτη στην Ελλάδα εκ μέρους της Τρόικας. Τι από τα δύο λοιπόν συμβαίνει; Εσείς δεν διαπραγματευτήκατε όπως υποσχόσασταν προεκλογικά ή μήπως το έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας παραμένει, εν αντιθέσει με τα όσα διαρρηγνύει η κυβέρνησή σας στο εσωτερικό της χώρας;

2
– Από την ημέρα της εκλογής σας το 2012 υποστηρίζετε την πολιτική της ελληνογερμανικής προσέγγισης με εκατέρωθεν επισκέψεις σας στη Γερμανίδα Καγγελάριο στο Βερολίνο. Εκ των πραγμάτων όμως αποδεικνύεται ότι αυτή η «πρόσδεση της Ελλάδας στο γερμανικό άρμα» όπως την περιγράφουν κάποιοι, ελάχιστα έχει αποφέρει ως όφελος για τη χώρα μας, υπό την έννοια ότι το Βερολίνο μέχρι και σήμερα επιμένει στην ίδια σκληρή γραμμή απέναντι στο ελληνικό ζήτημα την ίδια ώρα που Γερμανοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να ροκανίζουν ηθικά τον τρόπο με τον οποίο μπήκε η Ελλάδα στο ευρώ πριν μία και πλέον δεκαετία. Θεωρείτε τελικά ότι η στρατηγική σας περί της ελληνογερμανικής προσέγγισης ήταν επιτυχημένη; Κι αν ναι με ποιες απτές αποδείξεις το τεκμηριώνετε κάτι τέτοιο;

3
– Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι στις εκλογές του 2012 εσείς, μαζί με τον κυβερνητικό σας εταίρο κ. Βενιζέλο, νομιμοποιήσατε στο εσωτερικό της χώρας την έξωθεν απειλή περί εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ υιοθετώντας στην προεκλογική ρητορική σας το δίλημμα «μνημόνιο ή δραχμή». Σήμερα φαίνεται η ιστορία να επαναλαμβάνεται με στελέχη της κυβέρνησης και εσάς τον ίδιο να επαναφέρουν τον κίνδυνο της «εθνικής καταστροφής», υπαινισσόμενοι την έξοδο από το ευρώ στην περίπτωση πρόωρων εκλογών και ανάδειξης μίας άλλης κυβέρνησης από τη σημερινή. Μπορεί η στάση σας να εκληφθεί ότι θεωρείτε πλέον ότι στη Δημοκρατία κατά την άποψή σας μπορεί και να υπάρχουν αδιέξοδα τελικά;

4
– Τον Νοέμβριο του 2012 η σημερινή κυβέρνηση παρέμεινε αμέτοχη στην εσωτερική διαπραγμάτευση μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων για το ελληνικό χρέος. Παρότι έκτοτε σε σειρά συνεντεύξεών σας υποστηρίζατε ότι, αρχής γενομένης μετά τις γερμανικές εκλογές, η Ελλάδα θα πρέπει να περιμένει νέα ελάφρυνση στο δυσβάσταχτο δημόσιο χρέος της, εσχάτως βλέπουμε να έχετε αποσύρει αυτήν την επιχειρηματολογία και αντ’ αυτού να υιοθετείτε κατά κάποιον τρόπο τη θέση των Ευρωπαίων ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο λέγοντας χαρακτηριστικά ότι το μόνο που περιμένουμε είναι ένα «πιστοποιητικό βιωσιμότητάς του». Κατά πόσον θεωρείτε ότι αυτή η στάση σύμπλευσής της κυβέρνησης με την επιχειρηματολογία των Ευρωπαίων -που, ουσιαστικά, ισοδυναμεί με παραίτηση από κάθε προσδοκία διαπραγμάτευσης για το χρέος- υπηρετεί πράγματι το εθνικό συμφέρον και το συμφέρον των επόμενων γενεών;

5
– Με δεδομένο ότι όπως λένε η γυναίκα του Καίσαρος δεν φτάνει να δείχνει τίμια αλλά πρέπει και να το αποδεικνύει πρωτίστως, η κυβέρνησή σας και εσείς προσωπικά δεχτήκατε ένα ισχυρό πλήγμα με την υπόθεση του συνεργάτη σας και γενικού γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου κ. Μπαλτάκου, ο οποίος φέρεται να είχε εκ μέρους σας ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Χρυσή Αυγή, την ώρα που εσείς δημόσια εμφανιζόσασταν να την καταγγέλλετε ως νεοναζιστική οργάνωση. Μετά από αυτήν την ιστορία, έχουν δίκιο οι πολίτες να είναι καχύποπτοι και να κάνουν δεύτερες σκέψεις για τα λεγόμενα που κάθε φορά δημοσίως υποστηρίζετε;

Άραγε, έχει κανείς την ελπίδα ότι ο Πρωθυπουργός θα ήταν πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις αυτές; Αλλά πριν απ´ όλα θα υπήρχε κάποιος πρόθυμος που θα αποφάσιζε -ως όφειλε- να του τις θέσει;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *