Ο Σαμαράς και η Χρυσή Αυγή

Ο Σαμαράς και η Χρυσή Αυγή

Το υψηλό ποσοστό Κασιδιάρη στον μεγαλύτερο δήμο της χώρας, αλλά και το εκλογικά μη αμελητέο ποσοστό της Χρυσής Αυγής στην περιφέρεια Αττικής, είναι αδιάψευστος μάρτυρας μιας οδυνηρής πραγματικότητας, την οποία η κυβέρνηση και ένα συντριπτικά μεγάλο μέρος του μιντιακού συστήματος επιλέγει μέχρι σήμερα να κάνει ότι δεν βλέπει. Από τον περασμένο Οκτώβριο όταν προτάχθηκε η επιλογή της «ποινικής διευθέτησης» της υπόθεσης Χρυσή Αυγή, κυβερνητικά στελέχη και δημοσιογράφοι διαρρήγνυαν με περισσή προχειρότητα και ευκολία τα ιμάτιά τους ότι δήθεν «τελειώσαμε μαζί τους». Ή, για να χρησιμοποιήσω μία προσφιλή έκφραση του πρωθυπουργού στις ομιλίες του, ότι «ξεριζώσαμε το νεοναζιστικό μόρφωμα».

Όταν ρώτησα χθες, στο προεκλογικό πάνελ του Alpha, τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης Νίκο Δένδια ποιες είναι οι ευθύνες της κυβέρνησης για τη διόγκωση του φαινομένου της Χρυσής Αυγής, επί της ουσίας απάντηση δεν πήρα. Κι όμως, οι ευθύνες υπάρχουν, είναι τερατώδεις και δεν μπορούν να ξεπλυθούν ούτε με την επίκληση των καλών προθέσεων, ούτε πολύ περισσότερο με κροκοδείλια δάκρυα για τα ιδεώδη της δημοκρατίας που απειλούνται από τους σύγχρονους εκφραστές του φασισμού, του αντισημιτισμού και του μίσους. Κομβικό σημείο αυτών των ευθυνών είναι οι προσδοκίες που η ίδια η κυβέρνηση και ο Σαμαράς δημιούργησαν στην ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη ότι η αντιμετώπιση του νεοναζιστικού μορφώματος ήταν απλώς υπόθεση της Δικαιοσύνης, ενώ στην πραγματικότητα είναι μία βαθύτατα πολιτική υπόθεση, την οποία το απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων εξουσίας της Μεταπολίτευσης καιθημερινά αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ανίκανο ελέγξει και να τιθασεύσει. Η οικονομική κρίση είναι πράγματι η γενεσιουργός αιτία για την ενδυνάμωση ενός κόμματος που μέχρι πριν μερικά χρόνια βρισκόταν στο περιθώριο του πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι. Αν όμως θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση η αιτία που η Χρυσή Αυγή αποδεικνύεται σήμερα περισσότερο ανθεκτική απ’ ό,τι κάποιοι βαυκαλίζονταν ότι δεν είναι.

Υπάρχει μια σειρά παραγόντων, που άλλοτε με την ανοχή κι άλλοτε με την ενεργή συμβολή της Ν.Δ. και του ίδιου του πρωθυπουργού, συνέβαλαν- αν όχι υπηρέτησαν- στη νομιμοποίηση και την εκλογίκευση στη συνείδηση μερίδας του κόσμου μίας ακραίας συντηρητικής ρητορικής, καθιστώντας την από περιθωριακή σε κυρίαρχη. Φερ’ ειπείν, είδαμε στην αναμέτρηση του δήμου της Αθήνας έναν κατεξοχήν εκπρόσωπο της μετριοπαθούς πτέρυγας της συντηρητικής παράταξης της Ν.Δ., τον Άρη Σπηλιωτόπουλο να πέφτει στην παγίδα μιας ακροδεξιάς επιχειρηματολογίας και ατζέντας, παντελώς ξένης με το προφίλ του και τις πολιτικές καταβολές μιας κεντροδεξιάς παράταξης. Αυτό είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που καταδεικνύει τον ιδιότυπο διαγκωνισμό της Ν.Δ. και της Χρυσής Αυγής, όπως αυτός εξελίσσεται τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Έναν διαγκωνισμό που καταλήγει να μετατρέπεται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με τη φωτιά, που όμως δεν αφορά δυστυχώς μόνο την γαλάζια παράταξη, τον Σαμαρά ή τα κυβερνητικά στελέχη. Αλλά αφορά πρωτίστως τον δημόσιο λόγο της χώρας, που εξαιτίας ακριβώς αυτού του ιδιότυπου διαγκωνισμού κατρακυλά και εγκλωβίζεται στην ατζέντα του ακροδεξιού λόγου. Από τον ισχυρισμό ότι η κατασκευή ενός θρησκευτικού χώρου λατρείας αποτελεί εν δυνάμει πηγή λαθρομετανάστευσης, όπως το έθεσε η Ν.Δ. για τον δήμο της Αθήνας, μέχρι τις επιθέσεις βίας των Χρυσαυγιτών κατά μεταναστών, το χάσμα μπορεί να φαίνεται τεράστιο αλλά στην πραγματικότητα είναι πάρα πολύ μικρό έως ανύπαρκτο, καθώς η πρώτη λεκτική τοποθέτηση δημιουργεί στο ασυνείδητο συνθήκες νομιμοποίησης της εκδήλωσης της δεύτερης πρακτικής συμπεριφοράς και στάσης.

Όμως είναι μόνο πρόβλημα ρητορικής ή μήπως και άλλων πολιτικών διεργασιών; Η προσχώρηση στη Ν.Δ. στελεχών του ΛΑΟΣ και η ανάδειξή τους σε φορείς κυβερνητικής πολιτικής, μέσω της συμμετοχής τους στην κυβέρνηση, ενίσχυσαν τη συντηρητική μετατόπιση της άλλοτε κεντροδεξιάς παράταξης στο χώρο της λαϊκής δεξιάς. Τα στελέχη του ΛΑΟΣ, όπως οι κ.κ. Γεωργιάδης και Βορίδης, αντί να προσαρμόσουν την πολιτική τους παρουσία στο πλαίσιο μιας μεγάλης νεοφιλελεύθερης κεντροδεξιάς παράταξης, κατάφεραν να επιβάλλουν και να καταστήσουν κυρίαρχη στη Ν.Δ. την ατζέντα του ΛΑΟΣ, του κόμματος που μεσουρανούσε τη δεκαετία του 2000, έχοντας την θέση της άκρας δεξιάς στον πολιτικό χάρτη της χώρας. Ο Σαμαράς με τις αθρόες μεταγραφές από το ΛΑΟΣ, δεν αλλοίωσε μόνο τη φυσιογνωμία της Ν.Δ. αλλά εξόντωσε το κόμμα του Καρατζαφέρη, το οποίο παρά τις ακροδεξιές καταβολές του, όλα τα προηγούμενα χρόνια λειτουργούσε ως «φραγμός» στη μεταφορά ψήφων προς σε ακόμα πιο ακραίες πολιτικές επιλογές, όπως της Χρυσής Αυγής.

Η αποκάλυψη του ρόλου ενός ανθρώπου δίπλα στον πρωθυπουργό, όπως ο Μπαλτάκος, που είχε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τους νεοναζιστές, θα έπρεπε να μας είχε σοκάρει αν όλο το προηγούμενο διάστημα η κοινή γνώμη δεν είχε εκπαιδευτεί από τους «επικοινωνιολόγους» του Μαξίμου στη θεωρία των δύο άκρων. Μια θεωρία τόσο επικίνδυνη όσο επικίνδυνος είναι κάποιος που επιχειρεί να εμφανίσει τον εαυτό του ότι έχει το μονοπώλιο του δημοκράτη, ταυτίζοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλαδή τον ΣΥΡΙΖΑ, με την άλλη όψη του φασισμού. Σε μια στιγμή που ήταν ζητούμενο η ενότητα του δημοκρατικού τόξου στοναντίποδα της Χρυσής Αυγής, η κυβέρνηση με την θεωρία των δύο άκρων επιχείρησε την διάσπασή του για καθαρά μικροκομματικά οφέλη. Και αυτό από μόνο του ήταν εξίσου επικίνδυνο όσο και η δράση ενός ανθρώπου, του Μπαλτάκου, ο οποίος αποτελούσε το μακρύ χέρι του πρωθυπουργού.

Κατόπιν τούτων, δεν αρκεί να εκφράζουν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης ούτε την ανατριχίλα τους, ούτε την απέχθεια τους, ούτε πολύ περισσότερο τη λύπη τους για τα εκλογικά ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Πράγματι, ο κόσμος είναι θυμωμένος και απογοητευμένος απέναντι σε ένα πολιτικό και μιντιακό σύστημα που πριμοδοτεί τα συμφέροντα των εκλεκτών, και κατ’ επέκταση των λίγων. Η κρίση και τα μνημόνια φταίνε όντως για την στροφή μερίδας του κόσμου στην Χρυσή Αυγή. Όμως η παραμονή και η επιμονή αυτού του κόσμου σε τούτη την επιλογή, παρά τα όσα έχουν αποκαλυφθεί για τη δράση της οργάνωσης, οφείλεται σε κάτι άλλο, ακόμα βαθύτερο: ότι το ύφος, οι δηλώσεις και οι συνυποδηλώσεις της σημερινής κυβερνητικής εξουσίας, του τρόπου που αυτή ασκείται και των προσώπων με τα οποία αυτή εκφέρεται, στέλνουν στην κοινή γνώμη μήνυμα ανοχής και συγκατάβασης απέναντι σε μια πολιτική πραγματικότητα, της οποίας το πλαίσιο λειτουργεί ενθαρρυντικά για την υιοθέτηση ακραίας ατζέντας και φοβικών επιχειρημάτων που συνθέτουν προσφιλές γήπεδο και γόνιμο έδαφος για τη Χρυσή Αυγή.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *