640888_rx_IMG_0721

A personal interview of Thanos Dimadis to the popular free magazine LIFO (2014)

LIFO, the most popular urban socio-political content magazine in Greece, hosts a personal interview of journalist, Thanos Dimadis.

Συνέντευξη στον Άρη Δημοκίδη για την LIFO: ο Θάνος Δημάδης μιλά για τα μίντια, την πολιτική, το Ποτάμι, τον Βερύκιο και τους γκέι πολιτικούς Πηγή: www.lifo.gr

Έγινε ευρέως γνωστός ως ανταποκριτής του ΣΚΑΪ στις ΗΠΑ και σήμερα είναι ο προϊστάμενος του πολιτικού ρεπορτάζ της τηλεόρασης του ALPHA. Με ενδιέφερε η γνώμη του για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας – και του τη ζήτησα. (Πηγή: www.lifo.gr)

Πώς έγινες δημοσιογράφος; Το ήθελες από παιδί; Σε ένα επάγγελμα τόσο ανοιχτό στο οποίοι πολλοί αυτοαποκαλούνται ή γίνονται δημοσιογράφοι γιατί τους “έκατσε” κατά τύχη, ή γιατί θεώρησαν ότι έπρεπε να ακολουθήσουν το επάγγελμα του μπαμπά ή της μαμάς τους που ήταν δημοσιογράφοι, είτε γιατί το βρήκαν ως λύση επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο στη ζωή τους, εγώ δεν ανήκω σε καμία από αυτές τις τρεις κατηγορίες. Ήξερα τι δρόμο ήθελα να τραβήξω στη ζωή μου απ’ όταν ήμουν στην έκτη δημοτικού. Δεν επέλεξα την δημοσιογραφία ούτε γιατί κάποιος με “φύτεψε” σε αυτήν ούτε γιατί κοιμόμουν και ξυπνούσα με το πότε θα δω τον εαυτό μου στο γυαλί. Μου άρεσε το γράψιμο, και επειδή για μένα η πεμπτουσία της δημοσιογραφίας είναι η πένα, θεώρησα ότι το επάγγελμα αυτό ήταν το μόνο που θα μου έδινε την δυνατότητα όχι μόνο να γράφω, αλλά μέσω του γραφής μου να αλλάζω ή έστω να επηρεάζω όσα έβλεπα γύρω μου και δεν μου άρεσαν. Γι’ αυτό και σήμερα παρότι δουλεύω στην τηλεόραση,το γράψιμο μέσω της αρθρογραφίας μου παραμένει για μένα το άλφα και το ωμέγα της επαγγελματικής αλλά και προσωπικής μου υπόστασης.

Τι σε εκνευρίζει σήμερα στον χώρο της δημοσιογραφίας; Εκτός από την κακεντρέχεια, με εκνευρίζει η αμορφωσιά, η ημιμάθεια και η έλλειψη παιδείας. Δεν ζητώ ούτε απαιτώ να έχουμε όλοι πτυχία πανεπιστημίων και μεταπτυχιακά. Αλλά δεν αντέχω κι από τη πλευρά να βλέπω να παράγουν δημόσιο λόγο και να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη με όρους του χθες απόφοιτοι γυμνασίων, λυκείων ή κάποιου τηλεοπτικού ΙΕΚ δημοσιογραφίας. Την ώρα που σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη η δημοσιογραφία αποζητά και προσελκύει την ελίτ ανθρώπων μορφωμένων και καλλιεργημένων, στην Ελλάδα νέοι επαγγελματίες δημοσιογράφοι με σπουδές και εξιδεικεύσεις εξοβελίζονται από τον χώρο και μένουν άνεργοι έναντι άλλων με λιγότερα προσόντα. Αυτό λέει πολλά. Το απόστημα της αναξιοκρατίας και της φαυλότητας δεν αγγίζει μόνο τον χώρο των ελληνικών μίντια, αλλά αντανακλά την δομή ενός συνολικότερου συστήματος στην Ελλάδα όπου τα πάντα κινούνται είτε κληρονομικώ δικαίω είτε ελέω γνωριμιών. Στην κρίση, το σύστημα αυτό όχι μόνο δεν καταργήθηκε αλλά ενισχύθηκε. Είπαμε: εμείς τα σάπια φρούτα αντί να τα πετάμε, τα βάζουμε στην φρουτιέρα μας. Ενίοτε τα τρώμε κιόλας πείθοντας αλλήλους τι νόστιμα δήθεν είναι.

Σε τι κατάσταση θεωρείς ότι είναι τα μίντια της χώρας μας σήμερα; Από οικονομικής άποψης, την θνησιγενή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η πλειονότητα αυτών, την γνωρίζουμε. Τα περισσότερα δεν καταρρέουν μόνο οικονομικά αλλά και ηθικά από πλευράς αξιοπιστίας. Δεν φαίνεται όμως να διδασκόνται από τα λάθη τους ούτε οι επιχειρήσεις των μίντια ούτε οι δημοσιογράφοι. Οι μεν πρώτες νομίζουν ότι θα επιβιώσουν από πλευράς τηλεθέασης ή περεμβατικότητας στον δημόσιο διάλογο ανατρέχοντας σε ξεπερασμένα πρόσωπα και χρεοκοπημένες συνταγές της δεκαετίας του ’90. Οι δε δεύτεροι δεν δείχνουν διατεθειμένοι να αλλάξουν τον τρόπο της δουλειάς τους περιμένοντας να τους έρθει το ρεπορτάζ έτοιμο, στο “πιάτο” από τα γραφεία τύπου. Πιστεύω ότι τα νέα πράγματα δεν θα προέλθουν ούτε από ψευτοδιανοούμενους- δυστυχώς και της δικής μου γενιάς- που έχουν καταντήσει μαϊντανοί στις μεσημεριανές εκπομπές, ούτε από παθολογικά εξαρτημένους “τηλεαστέρες”. Το νέο ρεύμα στη δημοσιογραφία θα έρθει από όσους ασχολούμαστε με τα social media και τα διαδίκτυο, όπου ευτυχώς το μακρύ χέρι της αυτολογοκρισίας δεν δείχνει για την ώρα ικανό να τα ακουμπήσει.

Ως τηλεοπτικό πρόσωπο πόσο σε απασχολεί να αναλάβεις κάποια μέρα δική σου εκπομπή ή κάτι παρεμφερές; Δεν πρόκειται να μπω στην διαδικασία να κάνω κάτι απλά για να μετρήσω κάποιες παραπάνω ώρες στο γυαλί ή για λόγους ματαιοδοξίας. Κατά καιρούς έχω απορρίψει τηλεοπτικές προτάσεις που έκρινα ότι δεν ταιριάζουν στην φιλοσοφία μου, τον τρόπο σκέψης ή τον χαρακτήρα μου. Όπως στην προσωπική του ζωή έτσι και στην επαγγελματική του πρέπει να είναι κανείς επιλεκτικός και εκλεκτικός. Και ειδικά σε ότι αφορά ένα τηλεοπτικό προϊόν, αυτό είναι ακόμα σημαντικότερο δεδομένου ότι δημιουργώντας κάτι στην τηλεόραση παίρνεις την ευθύνη διαπαιδαγώγησης ενός κοινού που σε παρακολουθεί. Δεν θα συμμετείχα σε τίποτε που θα αναπαρήγαγε την αντίληψη ότι οι τηλεθεατές θέλουν την τροφή τους εύπεπτη γιατί δεν είναι ικανοί να την χωνέψουν μόνοι τους. Δεν ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι το τηλεοπτικό κοινό είναι εκ προοιμίου πνευματικά υποδεέστερο από εμάς τους δημοσιογράφους ούτε ότι εμείς οι δημοσιογράφοι είμαστε οι “μάγκες” που πιάνουμε τον κόσμο κορόιδο.

Ως ανταποκριτής του ΣΚΑΪ στις ΗΠΑ έκανες αρκετά αξιομνημόνευτα ρεπορτάζ. Τι κρατάς από εκείνη την περίοδο; Υπήρχε ένα κριτήριο με το οποίο έκανα εκείνες τις ανταποκρίσεις. Το ότι δεν πρέπει να δίνεις στον τηλεθεατή μία ξερή είδηση ότι ο τάδε ή ο δείνα είπε ή έκανε αυτό. Αλλά να τον βοηθάς μέσω του ρεπορτάζ να συλλάβει την γενικότερη θέαση των πραγμάτων αφήνοντάς τον να απαντήσει μόνος του στο ερώτημα του “γιατί”, το οποίο κρύβεται κάθε φορά από πίσω. Πιο πολύ απ’ όλα πάντως δεν θα ξεχάσω στιγμές που έζησα στο περιθώριο συνεντεύξεων μου δόθηκε η ευκαιρία να πάρω από πρόσωπα όπως ο Πολ Τόμσεν και ο Ζόζεφ Στίγκλιτς μέχρι μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Νόαμ Τσόμσκυ και ο Ίρβιν Γιάλομ. Όπως δεν ξεχνιέται ούτε η κούραση ατελείωτων μεταμεσονύχτιων ανταποκρίσεων, όπου εξαιτίας της διαφοράς ώρας είχα κάνει τη νύχτα μέρα. Σίγουρα πάντως κρατάω στοιχεία, εικόνες και βιώματα από τα ρεπορτάζ του ΔΝΤ σε μία ιστορική συγκυρία στην οποία ως δημοσιογράφος είχα την τύχη να είμαι παρών, και τα οποία σκοπεύω να μοιραστώ μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου που ολοκλήρωσα πρόσφατα.

640885_unnamed_1

Έφυγες απ’ το ΣΚΑΪ δημοσιοποιώντας την επιστολή παραίτησής σου. Ποια λάθη θεωρείς ότι έκανε ο ΣΚΑΪ και σε οδήγησε σ’ αυτήν την απόφαση; Ξέρεις κάτι Άρη; Έχω σαν αρχή να μην αναμοχλεύω το παρελθόν γιατί θεωρώ ότι είναι ένδειξη μιζέριας να το κάνει κάποιος. Υπάρχουν σίγουρα πράγματα που δεν έχουν ειπωθεί για συγκεκριμένα πρόσωπα στα οποία χρεώνω όλη αυτήν την ιστορία. Άλλα αυτό έχω επιλέξει να γίνει μέσα από το βιβλίο που, όπως σου είπα, είμαι στην τελευταία φάση της επιμέλειας του. Από ‘κει και πέρα αν με ρωτήσεις σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά δεδομένης της μετέπειτα πορείας μου, αν νιώθω δικαιωμένος, θα σου πω ασφαλώς ναι. Υπάρχει όμως ένα κομβικό σημείο που θέλω να το πω: όπως δεν μου χαρίστηκε τίποτε κι από κανέναν μέχρι σήμερα, έτσι έχω μάθει να μην λειτουργώ χαριστικά για κανέναν και σε κανέναν. Και με την παραίτησή μου απέδειξα ως επαγγελματίας ότι σε θέματα αρχών και ηθικής τάξης δεν χαρίζομαι, ασχέτως τιμήματος. Άλλωστε “μία καλή συνείδηση αξίζει περισσότερο από μία καλή φήμη” κατά τα λεγόμενα του Σοπενάουερ.

Για δυο χρόνια στις ΗΠΑ, μετά στις Βρυξέλλες, τώρα πίσω στην Ελλάδα. Πώς βιώνεις τη ζωή στην Αθήνα; Δεν θα σου κρύψω ούτε ότι ασφυκτιώ ούτε ότι σχεδόν καθημερινά παλεύω με την κατάθλιψη που μου προκαλείται από μία γενικότερη αίσθηση ματαιότητας, η οποία είναι διάχυτη για τα πάντα γύρω μας. Όσο κι αν οι περισσότεροι επιλέγουν να κλείνουν τα μάτια τους μπροστά σε αυτήν, η πραγματικότητα είναι ότι έχουμε μετατραπεί σε μία κοινωνία δυστυχισμένων και σε μεγάλο βαθμό παραιτημένων ανθρώπων. Οι αντιστάσεις ενός χρεοκοπημένου συστήματος σε κάθετι νέο και διαφορετικό από πλευράς προσώπων και ιδεών, τροφοδοτούν καθημερινά την μοιρολατρία μας και εγκλωβίζουν όλους μας σε έναν φαύλο κύκλο παραίτησης. Δεν μπορεί λοιπόν ένας πολίτης, όπως εγώ κι ο καθένας μας, να είναι ευτυχισμένος όταν προσπαθεί να αλλάξει πράγματα σε προσωπικό, επαγγελματικό, κοινωνικό και ένα ευρύτερο πολιτικό επίπεδο, αλλά αντ’ αυτού συναντά ένα μόνιμο τείχος.

Από ανταποκριτής τα προηγούμενα χρόνια, σήμερα είσαι ο προϊστάμενος του πολιτικού ρεπορτάζ της τηλεόρασης του ALPHA. Πώς βλέπεις το ρεπορτάζ από το πόστο στο οποίο βρίσκεσαι σήμερα; Αν με ρωτούσες εφτά χρόνια πριν, όταν ξεκίνησα να καλύπτω αυτό το ρεπορτάζ στην εφημερίδα του Γ. Κύρτσου, θα σου έλεγα ότι το πολιτικό ρεπορτάζ είχε ακόμα την αίγλη που του αρμόζει. Σήμερα όμως, στην εποχή των Μνημονίων, όπου πλέον οι αποφάσεις δεν παίρνονται ούτε από τα κόμματα ούτε από τους πολιτικούς ούτε καν από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις αλλά επιβάλλονται από έξω, το πολιτικό ρεπορτάζ έχει φθάσει σε μεγάλο βαθμό να καθίσταται συνώνυμο διαφόρων non papers ή κατευθυνόμενων διαρροών στο πλαίσιο ενός μιντιακού παιχνιδιού, που αφήνει την κοινωνία αδιάφορη. Και αυτό δεν αλλάζει όσο ο εναγκαλισμός δημοσιογραφικής και πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα είναι τόσο σφιχτός με όρους “δούναι και λαβείν” και όχι αλληλοελέγχου.

Στις ειδήσεις του ALPHA εμφανίζεται ένα απ’ τα πιο πολυσυζητημένα πρόσωπα των ημερών, ο δημοσιογράφος Δήμος Βερύκιος. Πώς σου φάνηκε όλος ο χαμός που προκλήθηκε απ’ τη ραδιοφωνική του εκπομπή; Νομίζω ότι το θέμα χρήζει κοινωνιολογικής πρωτίστως ανάλυσης. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι καθένας μας βλέπει τα πράγματα υπό την σκοπιά της δική του γενιάς. Και εδώ είναι που συχνά τα πράγματα μπερδεύονται. Άρη, η δική σου και η δική μου γενιά είναι μία άλλη γενιά από εκείνη του Δήμου, η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μεγάλωσε μέσα σε πολύ ασφυκτικά πλαίσια μίας κοινωνίας που τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ήταν τελείως διαφορετική από την κοινωνία της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, στην οποία ζούμε σήμερα. Στην Ελλάδα πάρα πολλοί λοιπόν άνθρωποι της γενιάς εκείνης, που σήμερα είναι ακόμα μες στα πράγματα, αδυνατούν να αποδεχτούν ότι φερ’ ειπείν ένας γκέι μπορεί να είναι ένας εξίσου πετυχημένος επαγγελματίας ή ένας εξίσου καλός γονιός με έναν στρέιτ. Και εδώ έγκειται η πραγματική μορφή της σύγχρονης ομοφοβίας στην χώρα μας. Σε ό,τι αφορά όμως τον Δήμο- επειδή με ρώτησες- θεωρώ ότι τον αδικεί η μομφή του ομοφοβικού διότι παρότι ανήκει σε άλλη γενιά, έχω δει από συζητήσεις μας ότι σε πολλά πράγματα είναι πιο ανοιχτόμυαλος και προχωρημένος από άλλους συνομηλίκους του στα ζητήματα αυτά. Αυτό ασφαλώς δεν αναιρεί- όπως το είπα και στον ίδιον από την πρώτη στιγμή- ότι ήταν ανεπίτρεπτος ο λεκτικός τρόπος με τον οποίον εκφράστηκε. Το συνειδητοποίησε και ο ίδιος, γι’ αυτό και ζήτησε συγνώμη. Από την άλλη όμως δεν μου άρεσε ότι κάποιοι βγήκαν στην πιάτσα για να τον λιντσάρουν, και οι οποίοι αντί να παριστάνουν σήμερα τους ψευτοπροοδευτικούς, θα έπρεπε καλύτερα να κρύβονταν αφού όταν η ομοφοβία ήταν την μόδας έσπευδαν να την αναπαράγουν με τις δηλώσεις και την στάση τους εκείνες τις εποχές.

Κάποιοι λένε πως είναι καλό τα δημόσια πρόσωπα που είναι γκέι να μην το κρύβουν, ώστε να βοηθήσουν έτσι την κοινωνία να προχωρήσει αλλά ταυτόχρονα και τους γκέι που δεν είναι δημόσια πρόσωπα -και νιώθουν μόνοι, και ντροπιασμένοι. Ποια είναι η άποψή σου; Κατ’ αρχήν έχουν χρέος πρώτα οι ίδιοι οι πολιτικοί, που όπως λένε θέλουν κοιτούν το λαό στα μάτια, να δώσουν δημόσια το παράδειγμα υπεράσπισης των επιλογών τους. Εγώ είμαι της σχολής της Αμερικής, που λέει ότι ένας πολιτικός δεν έχει καμία προκάλυμμα ιδιωτικότητας, που έχουν σε μεγαλύτερο βαθμό άλλα επαγγέματα που δεν ασκούν δημόσια εξουσία. Αν ένας πολιτικός είναι γκέι, οφείλει να βγει να το πει. Ούτε να κρύβεται ούτε να χρησιμοποιεί “βιτρίνες”. Δεν παραξενεύει κανέναν ότι Κοινοβούλιο στην Ελλάδα είναι το μόνο πανευρωπαϊκά που δεν έχει ούτε έναν δηλωμένο ομοφυλόφιλο; Οι πολιτικοί είναι για σπάνε τα κοινωνικά ταμπού κι όχι να τα αναπαράγουν. Το ’89 ο Ανδρέας έσπασε ένα τέτοιο ταμπού υπερασπιζόμενος δημόσια την επιλογή του στο πρόσωπο της Λιάνη, μίας αεροσυνοδού κατά πολύ νεότερής του που γνώρισε, ερωτεύτηκε, την παντρεύτηκε και την επέβελε στα ήθη μίας συντηρητικής κοινωνίας, κάτι που ήθελε κότσια για να το κάνει τότε. Κι όμως το έκανε γιατί ήταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή του. Σήμερα περιμένω να δω εκείνον τον πολιτικό που όχι μόνο θα υπερασπιστεί την ομοφυλοφυλία του αλλά θα έχει το σθένος να επιβάλλει την επιλογή του/της συντρόφου του/της. Δεν πιστεύω ότι θα αργήσει η ώρα που θα βρεθεί αυτός που θα έχει “τα γκατς” να το κάνει με όρους όχι πολιτικού ή κοινωνικού περιθωρίου.

Παρακολουθείς από κοντά την πολιτική επικαιρότητα. Γιατί κανένα απ’ τα κόμματα δεν πείθει πια μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος; Τα δημοφιλέστερα κόμματα μετά βίας παίρνουν 30%. Θα άλλαζε αυτό με την είσοδο νέων προσώπων στην πολιτική; Τι εννοούμε ως “νέα πρόσωπα”; Παρακολουθώ νέα πρόσωπα στη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ που τα περισσότερα από αυτά μου προκαλούν εμετό, βλέποντάς τα να είναι κακέκτυπα της παλαιάς κοπής πολιτικών. Είναι γερασμένα πριν καλά καλά πατήσουν τα 35 τους χρόνια. Η νεότητα δεν οδηγεί λοιπόν νομοτελειακά στην ανανέωση. Τα κόμματα έχουν αποξενωθεί από την κοινωνία, όχι μόνο γιατί εκφράζονται από ανθρώπους που καταλαμβάνουν κυβερνητικά πόστα την ώρα που στο εξωτερικό ούτε μπακάλικο δεν θα τους εμπιστεύονταν να “διοικήσουν”. Αλλά κυρίως γιατί υπηρετούν μία Δημοκρατία “μουτζουρωμένη”, ένα κοινοβουλευτικό σύστημα ξεπεσμένο και ένα πολίτευμα με θεσμούς που τον μόνο ρόλο που επιτελούν είναι διακοσμητικό. Το πρόβλημα είναι ότι μαζί με τα κόμματα καταρρέει και η Δημοκρατία μας, και αυτοί που θα έπρεπε δεν το έχουν πάρει ακόμα χαμπάρι.

Αρθρογραφείς μεν στο protagon, αλλά δεν έγραψες εκθειαστικά κείμενα για το ΠΟΤΑΜΙ. Τώρα που δόθηκαν στη δημοσιότητα και πιο συγκεκριμένες θέσεις του κόμματος, πώς σου φαίνεται το εγχείρημα του Θεοδωράκη; Ξέρω ότι ο Θεοδωράκης σαν τύπος σιχαίνεται την κολακεία, το ίδιο όπως την σιχαίνομαι κι εγώ. Αντιστοίχως είναι πολύ έξυπνος για να καταλαβαίνει πότε μία κριτική γίνεται καλοπροαίρετα και πότε με κίνητρο την κακοήθεια που κατακλύζει τον χώρο μας. Είναι ένα εγχείρημα που ξεκινάει με πολύ καλές προοπτικές. Το στοίχημα από ‘δω και πέρα για τον Σταύρο είναι να βρει πρόσωπα που επεκτείνουν την δυναμική του πέρα τα όρια της επιρροής του προσώπου του ίδιου στην κοινωνία, και θα αναδειξουν για το “Ποτάμι” ένα ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα που αυτή την στιγμή απουσιάζει. Δεν είναι η αρθρογραφία αυτή μόνο με την οποία μπορεί να σταθεί ένα κόμμα, αλλά είναι τα πρόσωπα που να μπορούν να μετουσιώσουν την αρθρογραφία σε πολιτικές θέσεις. Και κατά την άποψή μου εκεί πρέπε αυτήν την στιγμή να ρίξει ο Θεοδωράκης όλο του το βάρος.

Έχοντας ζήσει σε ένα βαθμό τον Σταύρο από κοντά, πιστεύεις ότι ήταν πραγματικά έτοιμος γι’ αυτήν τη μετάβαση; Εσύ θα την έκανες ποτέ; Αν νιώθει ο ίδιος έτοιμος- πράγμα που φαίνεται ότι συμβαίνει- τότε η δική μου άποψη και του καθενός από ‘μας περισσεύει. Τον χαίρομαι όμως γιατί έχει επιδείξει όλα αυτά τα χρόνια μία δημιουργικότητα αποφασίζοντας να δοκιμαστεί στο ζενίθ της καριέρας του σε κάτι διαφορετικό. Κόμμα δεν ξέρω αν θα έκανα ποτέ, αλλά σίγουρα δεν θα ήθελα να με βλέπω να γερνάω μπροστά ή πίσω από το γυαλί κάνοντας τα ίδια πράγματα, ανατροφοδοτώντας στην ουσία την στασιμότητά μου.

Τι προβλέπεις για τις δημοτικές εκλογές στην Αθήνα; Ζώντας στην πόλη, με ποια προβλήματα θεωρείς ότι θα πρέπει να ασχοληθεί η επόμενη δημοτική αρχή; Είναι άδικο για όσους κατοικούμε στην Αθήνα να έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ ενός αποτυχημένου Δημάρχου, μερικών κομματικών υποψηφιοτήτων και ενός φασίστα. Δυστυχώς δεν θα χαρώ αν εκλεγεί εκ νέου ο Καμίνης, και θλίβομαι διπλά όταν δεν έχω να αντιπροτείνω ως πολίτης άλλες εναλλακτικές επιλογές. Δεν μπορώ να θεωρούμαι ως κάτοικος στο Μοναστηράκι από την δημοτική αρχή του Καμίνη ως δημότης δεύτερης διαλογής: Να σιχαίνομαι όσο ζούσα εκεί να βγω έξω από την πόρτα την πολυκατοικίας μου, να μην έχω θέσεις πάρκινγκ να παρκάρω το αυτοκίνητό μου γιατί ο κ. Καμίνης τις θέσεις για τα ΙΧ των κατοίκων τις μετέτρεψε σε θέσεις για τα δίκικλα κατ’ απαίτηση των καταστηματαρχών για να μην κλείνουν τις βιτρίνες τους. Και παρότι η δημοτική αρχή δεν έχει φροντίσει που να παρκάρω ως κάτοικος του κέντρου το ΙΧ μου, εντούτοις να με γράφει αβέρτα η δημοτική αστυνομία, και όταν πηγαίνω στο γραφείο του Δημάρχου Καμίνη να εκθέσω το πρόβλημα να παίρνω την απάντηση “κι εμείς τι θέλεις να κάνουμε”, ή όταν πηγαίνω στον τότε διευθυντή της δημοτικής αστυνομίας να μην ενδιαφέρεται να μου βρει λύση στο πρόβλημά και για να κλείσει το θέμα να μου προτείνει να μου σβήνει τις κλήσεις λόγω της δημοσιογραφικής μου ιδιότητας! Την ίδια στιγμή, όσο καιρό ήμουν κάτοικος του Κολωνακίου επί Δημαρχίας Καμίνη και πάλι, να αισθάνομαι ότι ζω σε άλλη πόλη. Είναι ντροπή η ταξική διάκριση μεταξύ των δημοτών της Αθήνας αναλόγως της περιοχής που μένουν, και αυτό το φαινόμενο προϋπήρχε μεν, αλλά γιγαντώθηκε επί της Δημαρχίας του κ. Καμίνη. Εγώ θα του έλεγα ότι η κυρία με τα Louis Vuitton στο Κολωνάκι δεν έχει παραπάνω δικαιώματα ως δημότης της Αθήνας από τον άνεργο που ζει σε ένα υπόγειο στο Μοναστηράκι.

Έχεις καθόλου ελεύθερο χρόνο; Κι αν ναι πώς σ’ αρέσει να τον περνάς; Απεχθάνομαι πλέον αφάνταστα τους κοινωνικούς συγχρωτισμούς που γίνονται με σκοπιμότητα τις δημόσιες σχέσεις. Επιλέγω με πολύ αυστηρά κριτήρια τους ανθρώπους με τους οποίους θα σπαταλήσω τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μου. Συχνά απομονώνομαι επιλέγοντας να γράψω κάτι, να διαβάσω ένα βιβλίο ή να δω μία ταινία, αν δεν περνάω τις μεταμεσονύχτιες ώρες μου στους πάγκους του γυμναστηρίου.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *