Η σιωπή του συμβιβασμού

Η σιωπή του συμβιβασμού

Πάνε βδομάδες, ίσως και μήνες, που έχω να ανανεώσω την στήλη μου εδώ στο Protagon με κάποιο νέο άρθρο. Όχι γιατί δεν έχω πλέον την ανάγκη να εξωτερικεύσω την άποψή μου για όσα βλέπω να συμβαίνουν γύρω μας. Άλλωστε, για ποιο πράγμα να πρωτομιλήσει κανείς και τι να πρωτοσχολιάσει από τα όσα τραγελαφικά διαποτίζουν καθημερινά τη ζωή μας, δηλητηριάζοντας το μυαλό και τη συνείδησή μας. Υπάρχει όμως κάτι σαν μια αόρατη δύναμη που με απωθεί από οποιαδήποτε απόπειρα συμβολής στον δημόσιο διάλογο γύρω από τις τρέχουσες υποθέσεις.

Η αλήθεια που θέλω να εκμυστηρευτώ, είναι ότι έχοντας εγκατασταθεί τους τελευταίους μήνες και πάλι πίσω στη χώρα μου, νιώθω βαθύτατα αποκαρδιωμένος από όλα εκείνα τα οποία αν και με εξοργίζουν, εντούτοις έχουν επιτύχει -θέλω να ελπίζω «πύρρειο»- νίκη σε βάρος της αντίληψής μου για τα πράγματα. Μέχρι πρότινος πίστευα ότι η αρθρογραφία είναι ένα από τα «εργαλεία» που έχει ένας δημοσιογράφος -μαζί, φυσικά, με το ρεπορτάζ- με τα οποία μπορεί να ξυπνήσει συνειδήσεις και να ταρακουνήσει ένα παχύδερμο σύστημα, που είθισται να κινητοποιείται μόνο προς εξυπηρέτηση ημετέρων συμφερόντων, αδιαφορώντας πλήρως για την αγωνία και ενίοτε τις κραυγές της κοινωνίας. Τους τελευταίους μήνες όμως αισθάνομαι κάτι σα να με συμπαρασύρει κι εμένα σε ένα τέλμα που προσδιορίζεται από μία ματαιότητα, η οποία κατά την άποψή μου είναι το συστατικό στοιχείο με το οποίο το ελληνικό σύστημα εξουσίας «γαλουχεί» τους πολίτες του. Και που, δυστυχώς, παρεισφρέει στο υποσυνείδητό μας με τρόπο επικίνδυνα ύπουλο.

Έτσι, στο όνομα της αλλαγής, συντελείται στις μέρες μας στην Ελλάδα το μεγαλύτερο έγκλημα χειραγώγησης και καθυπόταξής μας στην πιο ωμή εκδοχή της εξαναγκαστικής παραδοχής ότι «τα πράγματα έτσι είναι, και πρέπει να συμβιβαστούμε με αυτά». Ότι για παράδειγμα ένας υπουργός είναι φυσιολογικό να απαντά με περισσή περιφρόνηση στον εξαθλιωμένο συνταξιούχο χρησιμοποιώντας την τσαμπουκαλίδικη φράση «άκου, αδελφέ…».

Ότι είναι εξίσου φυσιολογικό κάποιοι δημοσιογράφοι στα τηλεπαράθυρα να κουνάνε το δάχτυλο στην κοινωνία για τις θυσίες που πρέπει να υποστεί, την ώρα που οι ίδιοι έτρωγαν και συνεχίζουν να τρώνε με δέκα μασέλες. Ή ότι είναι επίσης φυσιολογικό κάποιοι πολιτικοί να προσυπογράφουν τις απολύσεις από το δημόσιο για τους άλλους, αλλά τους «δικούς» τους να τους διορίζουν με παχυλούς μισθούς σε υπουργικά και μη γραφεία. Καθημερινά, λοιπόν, το εξωφρενικό και το μη παραδεκτό μας «βαφτίζεται» ως φυσιολογικό, μας πλασάρεται πολλές φορές ως κάτι το οποίο φαινομενικά είναι δεκτικό κριτικής αλλά επί της ουσίας μας επιβάλλεται να το υιοθετήσουμε, και από απορριπτέο να καταλήγει να καθίσταται συνειδησιακά ανεκτό. Και αυτός ο κύκλος παραγωγής της ανοχής μας σε κάθε τι που ενώ θα έπρεπε να εκδιώκουμε, αντ’ αυτού συμβιβαζόμαστε με αυτό, δημιουργεί και συντηρεί τις συνθήκες αέναης τροφοδότησης της αντίληψης δια της οποίας συντηρείται αυτό που ονομάζουμε «σύστημα». Και το οποίο δεν εμπίπτει μόνο στην πυραμίδα της διαπλοκής μεταξύ πολιτικής, δημοσιογραφίας και επιχειρηματικής/τραπεζικής εξουσίας, αλλά εκπροσωπεί το ευρύτερο πλέγμα ανήθικων συμπεριφορών και νοοτροπιών μέσω των οποίων το ίδιο το σύστημα φροντίζει να ανακυκλώνεται.

Φυσικά, μέσω της παραπάνω περιγραφής δεν ισχυρίζομαι ούτε εγώ ούτε κανείς ότι ανακάλυψε την πυρίτιδα. Σε αυτό όμως που όλοι μας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό νιώθουμε να μας συμβαίνει καταθέτοντας πολλές φορές τα όπλα και παραιτούμενοι από κάθε διάθεση να ανατρέψουμε ή να στηλιτεύσουμε κάποιες καταστάσεις, εντοπίζω τη βαθύτερη αιτία όσων ανέφερα στην αρχή του κειμένου μου. Ξαναζώντας τους τελευταίους μήνες την ελληνική πραγματικότητα, συλλαμβάνω τον εαυτό μου να βρίσκεται στα πρόθυρα μίας κατάστασης, από την οποία όσο ήμουν στο εξωτερικό καλούσα μέσω της αρθρογραφίας μου τους πολίτες να καταφέρουν να ξεφύγουν και να μην υποκύψουν σε αυτήν. Η νωθρότητα για δημιουργία, η ματαιότητα για το μέλλον, το αίσθημα της αποκαρδίωσης για το παρόν, και η τάση φυγής στο παρελθόν είναι όλα συνθέτουν το προφίλ του μέσου ανθρώπου, που θεωρείται ιδανικό από όσους πασχίζουν για τη συντήρηση του ίδιου του συστήματος και μέσω αυτού της ύπαρξής τους.

Όσο γύρω μας συντελείται ένας «πόλεμος» ώστε να απογυμνωθεί η κοινωνία μας από κάθε αισθητήριο έμπνευσης, το μοναδικό «όπλο» που έχουμε είναι να συνεχίσουμε να ανακαλύπτουμε νέα ερεθίσματα έμπνευσης του εαυτού μας. Και είναι προφανές ότι τέτοια ερεθίσματα δεν μπορεί να μας τα δώσει κανένα υποτιθέμενο «success story» ή πρωτογενές πλεόνασμα, ούτε πολλώ δε μάλλον καμία παχυλή υπόσχεση ότι κάποιοι ως δια μαγείας θα έρθουν να σκίσουν τα μνημόνια. Όσο ο δημόσιος διάλογος εξαντλείται σε κλισέ με πρωταγωνιστές σε κάθε επίπεδο φορείς γραφικότητας τριγύρω μας, όχι μόνο η έμπνευση δεν πρόκειται να έρθει αλλά θα εξακολουθούμε να βουλιάζουμε σε έναν βούρκο που μας καταπίνει αργά αλλά σταθερά.

Κι όμως. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει από το να αντισταθούμε στους θιασώτες και διαμορφωτές μίας παρανοϊκής πραγματικότητας που μας πιέζουν να καταρρίψουμε τα όρια ηθικών, πολιτικών, κοινωνικών και αισθητικών ανοχών μας, και προσπαθούν να μας σερβίρουν το κρέας ως ψάρι. Σε διαφορετική περίπτωση η σιωπή ισοδυναμεί με τον συμβιβασμό.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *